Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του Μ-Λ ΚΚΕ ( ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ: Άμεσα καθήκοντα, στόχοι πάλης)

Δ. ΤΑ ΑΜΕΣΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΠΑΛΗΣ ΜΑΣ



 Για την ανατροπή της πολιτικής της ανεργίας, της φτώχειας και της οικονομικής λεηλασίας του λαού και του τόπου μας

 29. Η συνέχιση της πολιτικής των μνημονίων για έκτο χρόνο προκαλεί ασφυξία στη ζωή του τόπου. Η πάλη για το σταμάτημά της είναι υπόθεση επιβίωσης του λαού μας. Αυτή η πάλη δεν μπορεί να δοθεί παρά μόνο αν απέναντι σε κάθε μνημονιακό νόμο και μέτρο στήνεται εργατικό και λαϊκό χαράκωμα μάχης για να μην περάσει. Με στόχο αυτές οι μάχες να συγκροτήσουν ένα ενιαίο μέτωπο πανελλαδικού αγώνα που το πρώτο βήμα του θα είναι να δημιουργήσει όρους αποτελεσματικής απόκρουσης των νέων αντεργατικών μέτρων και να ανακόψει την επιβολή της πολιτικής των μνημονίων. Και δεύτερο βήμα του να καταργήσει τα παλιά και τα νέα μνημόνια, να προχωρήσει στη διεκδίκηση και επανακατάκτηση των εργατικών και λαϊκών δικαιωμάτων που έχουν χαθεί και στη συνέχεια, μέσα από το δυνάμωμα του εργατικού και λαϊκού κινήματος, να ανοίξει τον δρόμο της παραπέρα διεύρυνσής τους. Αυτός ο αγώνας μπορεί να αναπτυχθεί αν κάθε αντιλαϊκό μέτρο, κάθε μνημονιακό χτύπημα γίνεται σημείο αγωνιστικής συσπείρωσης και συγκέντρωσης λαϊκών δυνάμεων και οι αγωνιστικές συσπειρώσεις συνενώνονται και διαμορφώνουν ένα πιο πλατύ μέτωπο λαϊκής αντίστασης και πάλης ενάντια στην πολιτική κυβέρνησης-ΕΕ-ΔΝΤ. Αν μέσα σ’ αυτό τον αγώνα οικοδομούνται όροι μαζικής ενωτικής κινητοποίησης και ενίσχυσης της αντίστασης, της οργάνωσης και της αγωνιστικής πεποίθησης του λαϊκού παράγοντα για την απόκρουση και ανατροπή των μνημονιακών μέτρων και δεν καλλιεργείται -όπως κάνει το ΚΚΕ- η αντίληψη που, ουσιαστικά, ανάγει την απόκρουση των αντιλαϊκών μέτρων σε ζήτημα που μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο με μια «αλλαγή σε επίπεδο κυβερνητικής εξουσίας», μια αντίληψη που τη σημερινή αδυναμία του λαϊκού κινήματος τη μετατρέπει σε ηττοπάθεια και οδηγεί σε υποτίμηση και περιορισμό της καθημερινής πάλης ενάντια στα μνημονιακά χτυπήματα. Αν στρέφεται αποφασιστικά ενάντια στην πολιτική της κυβέρνησης, αλλά, παράλληλα, και ενάντια στην πολιτική των άλλων αστικών κομμάτων που ασκούν μια κάλπικη αντιπολίτευση στην κυβέρνηση, ενώ έχουν ψηφίσει και στηρίζουν τα μνημόνια, ιδιαίτερα ενάντια στη ΝΔ, που με την υποκριτική και επιθετική νεοφιλελεύθερη ρητορική του νέου αρχηγού της και τις παρεμβάσεις της προσπαθεί να χειραγωγήσει τις λαϊκές διαμαρτυρίες και να τις αξιοποιήσει για την επάνοδό της στην κυβερνητική εξουσία, γεγονός που θα έχει σαν συνέπεια τη διαιώνιση και την κλιμάκωση της αντιδραστικής πολιτικής των μνημονίων και της υποτέλειας. Ο αγώνας αυτός πρέπει να αποσκοπεί στην ανατροπή συνολικά της αστικής και μνημονιακής πολιτικής και όχι μόνο του προσωρινού διαχειριστή της. Να μη στρεβλώνεται με αιτήματα, σαν κι αυτά που πρόβαλλαν ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, του τύπου «κάτω η κυβέρνηση», που όπως απέδειξε και η εμπειρία της προηγούμενης περιόδου, μέσα στο σημερινό πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων πριμοδοτούν την εναλλαγή στην κυβερνητική εξουσία κομμάτων που υπηρετούν, στηρίζουν και συμβιβάζονται με την κυρίαρχη αστική και μνημονιακή πολιτική. Πρέπει να κατευθύνεται σταθερά και με όλο μεγαλύτερη δύναμη ενάντια στην ΕΕ και το ΔΝΤ, να συνδέεται με την προοπτική της εξόδου της Ελλάδας από την ΕΕ, το ΔΝΤ και το ΝΑΤΟ, με το γκρέμισμα του συστήματος της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης της χώρας και της κυριαρχίας της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης.

Για την πάλη ενάντια στην πολιτική περιστολής των δημοκρατικών δικαιωμάτων, ενάντια στην κρατική τρομοκρατία και στη φασιστική δράση


30. Η πολιτική των βάναυσων επιθέσεων της αστυνομίας και των ΜΑΤ στα μεγάλα απεργιακά συλλαλητήρια επί κυβερνήσεων Παπανδρέου και Παπαδήμου, η πολιτική έξαρσης της κρατικής βίας, του κυβερνητικού αυταρχισμού, του αντικομμουνισμού και της πρακτικής του εκφασισμού του κράτους που άσκησε η κυβέρνηση Σαμαρά, αλλά και η συνέχεια που έδωσε η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ με επιθέσεις και χημικά της αστυνομίας ενάντια σε διαδηλωτές, στους λίγους μήνες που βρίσκεται στην εξουσία, πιστοποιούν πως η επιβολή των μνημονίων είναι αξεχώριστη από την πολιτική της καταπάτησης των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Η πολιτική αντίδρασης των τελευταίων έξι χρόνων έχει πάρει πολλές μορφές: Ένταση του κλίματος τρομοκρατίας, χτύπημα των δημοκρατικών δικαιωμάτων του λαού, έντονη αστυνομική καταστολή ακόμα και κατάργηση και συρρίκνωση τυπικών λειτουργιών αστικοκοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Η προπαγάνδα εκφοβισμού, εκβιασμών και ψυχολογικού πολέμου, εκπορευόμενη από τα κυβερνητικά αλλά και τα ιμπεριαλιστικά κέντρα της ΕΕ, βομβαρδίζει αδιάκοπα τον ελληνικό λαό με κάθε είδους κινδυνολογίες και απειλές (για GREXIT, για «κούρεμα» και αρπαγή καταθέσεων, για ακόμα πιο «αιματηρά» μέτρα αν δεν γίνουν δεκτά αυτά των μνημονίων κ.α.) σε μια προσπάθεια να σπάσουν και να καθηλώσουν τις αντιδράσεις του. Επιστρατεύονται ο αντικομμουνισμός και η «θεωρία των δύο άκρων» για τη συκοφάντηση των εργατικών και λαϊκών αγώνων, μόλις αποκτούν δυναμική. Όταν οξύνεται η ταξική αντιπαράθεση ο κυβερνητικός αυταρχισμός εντείνεται. Οι διαδηλώσεις αντιμετωπίζονται με την αστυνομική τρομοκρατία και καταστολή, που διευκολύνονται από την τυφλή και προβοκατόρικη δράση των αναρχο-αντιεξουσιαστικών ομάδων στα συλλαλητήρια. Τα σχέδια για τον περιορισμό τους, με πρόσχημα τη «μη διατάραξη» της κυκλοφορίας και της εμπορικής δραστηριότητας στο κέντρο των πόλεων έρχονται και επανέρχονται. Το δικαίωμα της απεργίας χτυπιέται από κυβερνητικές και δικαστικές απαγορεύσεις και τις εργοδοτικές απειλές για απόλυση, που σε συνθήκες μεγάλης ανεργίας και σε συνδυασμό με την άσχημη κατάσταση της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων λειτουργεί σαν ισχυρό τρομοκρατικό όπλο καθήλωσης των εργατικών αντιστάσεων. Ο κοινοβουλευτικός πραξικοπηματισμός τείνει να γίνει κανόνας με την έγκριση των μνημονίων και των εφαρμοστικών νόμων τους στη Βουλή μέσα από διαδικασίες εξπρές, με την ψήφιση πακέτων μνημονιακών μέτρων «σε ένα άρθρο», με την επιβολή σωρείας μνημονιακών διατάξεων με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, με τα ιμπεριαλιστικά κέντρα της τρόικας να υπαγορεύουν το περιεχόμενό τους και τις προθεσμίες ψήφισής τους. Τα δημοκρατικά δικαιώματα και οι πολιτικές ελευθερίες του λαού δεν περιορίζονται και πλήττονται μόνο από τον κυβερνητικό αυταρχισμό και την κρατική τρομοκρατία, αλλά και από τη δράση των ακροδεξιών και φασιστικών δυνάμεων. Η είσοδος της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής στη Βουλή, το ότι και μετά τις τελευταίες εκλογές παραμένει τρίτο κοινοβουλευτικό κόμμα, παρά τις δολοφονίες και τις τρομοκρατικές επιθέσεις της ενάντια σε μετανάστες και δημοκράτες, παρά την παραπομπή της ηγεσίας της σε δίκη με την κατηγορία ότι είναι εγκληματική οργάνωση, υπογραμμίζουν πως η φασιστική απειλή διόλου δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Πολύ περισσότερο που, παρά τις «προσαρμογές» της δράσης της μετά την παραπομπή της σε δίκη, αυτή δεν παύει να εκδηλώνεται στην κοινωνία, να οργανώνει φασιστικούς θύλακες ή και να προκαλεί μέσα από τη Βουλή, ενώ ο όλος χειρισμός και η διαδικασία της δίκης από τα κέντρα του αστικού πολιτικού συστήματος δείχνει πως το «ψαλίδισμα» που θέλησαν να της κάνουν για συγκεκριμένους λόγους (διαρροή εκλογικού ποσοστού της ΝΔ κλπ.) αποβλέπει στην πολιτική «συντήρησή» της μέσα σε ορισμένο πλαίσιο, ώστε να παραμένει εφεδρική δύναμη τρομοκράτησης και πίεσης στο αριστερό και δημοκρατικό κίνημα. Η ανάπτυξη της αντίστασης του λαού στην πολιτική που τον καταδικάζει στη φτώχεια, την πείνα και την ανεργία δεν μπορεί να διεξαχθεί χωρίς ταυτόχρονη πάλη κατά της πολιτικής της κρατικής τρομοκρατίας, του κυβερνητικού εκφοβισμού, του αντικομμουνισμού και της φασιστικής απειλής. Χωρίς την υπεράσπιση των δημοκρατικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, των δικαιωμάτων στην απεργία, στη συγκέντρωση και διαδήλωση, των δικαιωμάτων να μην μπαίνουν περιορισμοί και απαγορεύσεις στη δημοκρατική και αριστερή πολιτική έκφραση και στην ελεύθερη πολιτική δράση. Χωρίς την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των προσφύγων και των μεταναστών, του δικαιώματος σε εκδηλώσεις αλληλεγγύης στα θύματα των ιμπεριαλιστικών πολέμων και όσων διώκονται ή απελαύνονται για τις δημοκρατικές πολιτικές ιδέες τους και τον πολιτικό αγώνα τους. Χωρίς τη μαζική πάλη του δημοκρατικού κόσμου και του λαού ενάντια στις φασιστικές δυνάμεις. Για την πολιτική απομόνωση της Χρυσής Αυγής η οποία δεν μπορεί να γίνει με τη λογική των «δυναμικών συγκρούσεων» με τις ομάδες της, που δίνουν λαβή για να αναπαράγεται η θεωρία των «δύο άκρων» και διευκολύνουν τις κυβερνήσεις να ασκούν αστυνομική τρομοκρατία, αλλά πρέπει να γίνει με το ξεσκέπασμα της φασιστικής προπαγάνδας, με την αποκάλυψη του αντιδραστικού χαρακτήρα της πολιτικής και των κάλπικων «αντιμνημονιακών» και «εθνικοανεξαρτησιακών» συνθημάτων της, με την ενεργοποίηση του μαζικού κινήματος για την καταγγελία της δολοφονικής παραστρατιωτικής δράσης των ταγμάτων εφό­δων της, με την επαγρύπνηση και περιφρού­ρηση του κινήματος και των λαϊκών αγώνων από φασιστικές επιρροές, επιθέσεις και προβοκάτσιες.


Για την αγωνιστική ανασυγκρότηση και τον πραγματικά αριστερό πολιτικό αναπροσανατολισμό του μαζικού κινήματος των εργαζομένων


31. Η πείρα των έξι χρόνων πάλης κατά της πολιτικής των μνημονίων και ιδιαίτερα η διαπίστωση πως και με την εκλογική αλλαγή που έφερε στην κυβέρνηση τον ΣΥΡΙΖΑ αυτή η πολιτική συνεχίστηκε, ήλθε να επιβεβαιώσει ξανά τη δοκιμασμένη αλήθεια του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος πως η υπεράσπιση των καταχτήσεων και των δικαιωμάτων, πολύ περισσότερο η προώθηση των διεκδικήσεων, των μεγάλων πολιτικών αιτημάτων της εργατικής τάξης και του λαού, για να πραγματοποιηθεί χρειάζεται -και μόνο εκεί μπορεί να στηριχθεί- ένα ισχυρό και όσο το δυνατόν πιο οργανωμένο μαζικό εξωκοινοβουλευτικό εργατικό και λαϊκό κίνημα, που να βαδίζει σε πραγματικά αριστερή πολιτική κατεύθυνση. Πως η εξασθένηση αυτού του κινήματος με εκλογικές αυταπάτες, με την καλλιέργεια προσδοκιών ότι με την ψήφο και μέσα από τις αίθουσες του αστικού κοινοβουλίου μπορεί να προκύψει απόκρουση και ανατροπή της αντιλαϊκής πολιτικής, «σκίσιμο των μνημονίων», οδηγεί σε αδιέξοδο και απογοητεύσεις. Η δραματική επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων το 2010-2012 ξεσήκωσε σημαντικούς μαζικούς αγώνες και απεργιακές κινητοποιήσεις, από τις μεγαλύτερες της μεταπολιτευτικής περιόδου. Οι αγώνες αυτοί, που έφθειραν τα δύο κυρίαρχα κόμματα της μεγαλοαστικής τάξης και προκάλεσαν κρίση στο αστικό πολιτικό σύστημα, δεν είχαν συνέχεια, όταν από τα τέλη του 2011, με ευθύνη και των ηγεσιών του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ, προβλήθηκε η προσφυγή στις εκλογές ως διέξοδος για να αντιμετωπιστεί η επελαύνουσα οικονομική και κοινωνική καταστροφή μετά το πρώτο μνημόνιο. Η διαδικασία αυτή εντάθηκε ιδιαίτερα μετά τις εκλογές του 2012. Η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στη θέση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης είχε σαν συνέπεια, με το σύνθημα που έριξε η ηγεσία του για μια «κυβέρνηση της Αριστεράς» που θα έβγαινε από τις εκλογές και θα «καταργούσε τα μνημόνια με ένα νόμο», να τροφοδοτήσει την αυταπάτη ότι μέσα από έναν τέτοιο δρόμο θα έβγαινε από τη θηλιά τής αβάσταχτης μνημονιακής πολιτικής. Η αυταπάτη αυτή, καθώς διασκορπιζόταν σ’ ένα κοινωνικό σώμα που το έκαναν τρωτό οι ρεφορμιστικές ιδέες, που επί χρόνια σπέρνουν οι κυρίαρχες αστικές και ρεφορμιστικές δυνάμεις στο μαζικό κίνημα, επηρέασε σοβαρά το συνδικαλιστικό κίνημα και είχε σαν αντίχτυπο την υποχώρηση των εξωκοινοβουλευτικών μαζικών αγώνων. Για μια ακόμα φορά έγινε φανερό πως χωρίς το ξεκαθάρισμα του μαζικού κινήματος από την επίδραση και τις αντιλήψεις που έχουν καλλιεργήσει και καλλιεργούν οι αστικές και ρεφορμιστικές πολιτικές, χωρίς την αγωνιστική ανασυγκρότησή του και τη σύνδεση της πάλης του με έναν πραγματικά αριστερό πολιτικό προσανατολισμό, ο αγώνας κατά της αντιλαϊκής πολιτικής, για την προώθηση των εργατικών και λαϊκών αιτημάτων, θα παραμένει αδύναμος, ασταθής και αναποτελεσματικός και οι προσδοκίες θα διαψεύδονται. Στην περίοδο που ανοίγεται μπροστά μας αυτό το συμπέρασμα πρέπει να εξακολουθήσει να κατευθύνει όλη την πολιτική και συνδικαλιστική πάλη των δυνάμεων του Μ-Λ ΚΚΕ. Πρέπει να ενισχύσουμε την προσπάθεια αντίκρουσης των ιδεολογημάτων και των τεχνασμάτων με τα οποία κυβέρνηση και αστική αντιπολίτευση στηρίζουν τη μνημονιακή πολιτική. Να εξουδετερώσουμε όλες τις απατηλές ιδέες που πλάσαρε και επαναλαμβάνει ο ΣΥΡΙΖΑ ότι μπορεί «να αλλάξει» ο χαρακτήρας της ΕΕ, να υπάρξει φιλολαϊκή διέξοδος μέσα στα πλαίσια της ΕΕ και «εξεύρεση κοινής λύσης με τους εταίρους», μέσα από «σκληρή διαπραγμάτευση» με το «κουαρτέτο» των ιμπεριαλιστών για τα μνημόνια. Ότι δήθεν μπορεί να αντιρροπισθούν ή να μετριασθούν οι ολέθριες συνέπειες του τρίτου μνημονίου με «παράλληλα προγράμματα», με «ισοδύναμα μέτρα» και με «ταξικά μεροληπτική» εφαρμογή των προαπαιτούμενών του. Ότι μέσα από τη διαχείριση της μνημονιακής πολιτικής μπορεί να επέλθει «ανάπτυξη» που θα ωφελήσει το λαό. Πρέπει να κλείσουμε το δρόμο στις δυνάμεις της Δεξιάς που, κάτω από τη νέα ηγεσία του Κυρ. Μητσοτάκη, πατώντας πάνω στο έδαφος του μνημονιακού διασυρμού του ΣΥΡΙΖΑ, επιχειρούν και με έντονες παρεμβάσεις τους σε λαϊκές κινητοποιήσεις, όπως αυτές του Γενάρη του 2016 για το αντιασφαλιστικό σχέδιο της κυβέρνησης, να ανακτήσουν επιρροή στον λαϊκό παράγοντα και να του προβάλουν ως «αναγκαιότητα» την επιθετική εφαρμογή των σκληρών αντιλαϊκών «μεταρρυθμίσεων» των μνημονίων. Πρέπει να επιμείνουμε στην προσπάθεια αποδυνάμωσης της αστικής και ρεφορμιστικής επίδρασης στο κίνημα των εργαζομένων και της νεολαίας. Η πολεμική κατά της πολιτικής του συμβιβασμού και της υποταγής του συνδικαλιστικού κινήματος, κατά του κυβερνητικού συνδικαλισμού είναι μονόδρομος για την ανάκαμψη και την ενίσχυση της πάλης του εργατοϋπαλληλικού κινήματος. Αυτή η πολεμική μας στρέφεται ενάντια στη γραμμή των ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ, ενάντια στη γραμμή της συνδικαλιστικής παράταξης του ΣΥΡΙΖΑ. Έχει στην αιχμή της τις συμβιβασμένες-υποταγμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες, που έφτασαν μέχρι το προκλητικό σημείο η διοίκηση της ΓΣΕΕ, με αφορμή το δημοψήφισμα το καλοκαίρι του 2015, να βγάζει ανακοίνωση υπέρ της «ευρωπαϊκής πορείας» της Ελλάδας, του «κοινού νομίσματος και της ομόσπονδης ΕΕ» και να αποκαλεί «άφρονες επιλογές ακραίων» όσους αντιτίθενται στο «ναι» στην ΕΕ. Οι ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ, τώρα που έγινε κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ, εμφανίζονται με καταγγελτικό λόγο κατά του τρίτου μνημονίου. Η αντιμνημονιακή καταγγελία, ωστόσο, από τις συνδικαλιστικές παρατάξεις που έβαλαν γερά πλάτη στην πολιτική των κυβερνήσεων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, από τις συνδικαλιστικές παρατάξεις των κομμάτων που ψήφισαν από κοινού με την κυβέρνηση το τρίτο μνημόνιο είναι κάλπικη και υπακούει, κυρίως, σε αντιπολιτευτικές σκοπιμότητες των κομμάτων τους. Αυτό το αποδεικνύει και ο τρόπος με τον οποίο στέκονται απέναντι στους αγώνες των εργαζομένων, στην κήρυξη και στην οργάνωση πανεργατοϋπαλληλικών κινητοποιήσεων και αυτή την περίοδο. Η συνδικαλιστική παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ, με το όνομα ΜΕΤΑ, αφού για ένα διάστημα απορρόφησε και συνεταιρίστηκε με κομμάτια της ΠΑΣΚΕ, στη συνέχεια κάτω από το βάρος της πλήρους προσχώρησης του ΣΥΡΙΖΑ στο μνημονιακό στρατόπεδο διασπάσθηκε. Η αποδυνάμωσή της δεν αλλάζει το γεγονός ότι είναι το στήριγμα της πολιτικής της συγκυβέρνησης και ανήκει, μαζί με την ΠΑΣΚΕ και τη ΔΑΚΕ, στο φιλομνημονιακό μέτωπο που δρα στα συνδικαλιστικά όργανα. Στο τμήμα του ΜΕΤΑ που εντάχθηκε στην πολιτική της ΛΑΕ, η κριτική μας πρέπει να συνεχισθεί καθώς αυτό αν και αποσπάσθηκε από το κυβερνητικό κόμμα εξακολουθεί να αναπαράγει μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα μια «αριστερή» εκδοχή της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ. Η αντιπαράθεση στη γραμμή που προβάλλει το ΚΚΕ στο μαζικό κίνημα, της απαξίωσης, ουσιαστικά, του αντιμνημονιακού αγώνα με τη θέση ότι το «μνημόνιο-αντιμνημόνιο» είναι ένα «ψεύτικο δίλημμα», της διαγραφής από τον αγώνα των εργαζομένων του αιτήματος ενάντια στην ιμπεριαλιστική εξάρτηση, της τακτικής του ξεχωριστού συλλαλητηρίου του ΠΑΜΕ, της περιχαρακωμένης συγκέντρωσης μόνο με συνδικάτα που ελέγχει, της διάσπασης των διαδηλώσεων των εργαζομένων, παραμένει βασικός όρος για να ξεφύγει το εργατοϋπαλληλικό συνδικαλιστικό κίνημα από μια κατεύθυνση και πρακτικές που το αποδυναμώνουν και οδηγούν σε απομόνωση ένα αγωνιστικό δυναμικό του. Χρειάζεται να επιμείνουμε στην κριτική μας στη γραμμή που έχει προβάλει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο μαζικό κίνημα, στη γραμμή του «αντικαπιταλιστικού μεταβατικού προγράμματος» και των «ανεξάρτητων κέντρων αγώνα» στο συνδικαλιστικό κίνημα. Το ρεφορμιστικό περιεχόμενο του «μεταβατικού προγράμματος», και τα συνθήματα που απέρρεαν από αυτό, όπως «κάτω η κυβέρνηση», «να πέσει η κυβέρνηση από τα αριστερά και από τα κάτω», έσπρωξαν ένα δυναμικό αριστερών αγωνιστών στην ουρά της γραμμής του «κινήματος πολιτικής ανατροπής» που πρόβαλλε, πριν το 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ στο μαζικό κίνημα, το έσυρε μέχρι και τη συμμετοχή στα φιλοκυβερνητικά συλλαλητήρια στήριξης της διαπραγμάτευσης του Αλ.Τσίπρα, τους πρώτους μήνες διακυβέρνησης. Τα «ανεξάρτητα κέντρα αγώνα», όπως δείχνει και η πρακτική έκφρασή τους, ο «συντονισμός» πρωτοβάθμιων σωματείων που ελέγχονται από τις συνδικαλιστικές δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ο οποίος φτιάχτηκε, διαλύθηκε και τώρα ξαναστήθηκε, δείχνει μια προσπάθεια να βρεθούν απαντήσεις για το ξεπέρασμα των προβλημάτων του συνδικαλιστικού κινήματος σε μια κατεύθυνση που μιμείται τη λογική του ΠΑΜΕ. Οι μαζικοποιημένες κινητοποιήσεις ενάντια στο αντιασφαλιστικό σχέδιο της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ύστερα από μια περίπου τριετή κάμψη τους, αποτελούν ένδειξη πως, μπροστά στην κλιμάκωση της αντιλαϊκής πολιτικής, οι αυταπάτες που καλλιεργήθηκαν την προηγούμενη περίοδο για το τι θα έκανε μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ εξασθενούν και αναζωογονούνται οι αγωνιστικές αντιστάσεις των εργαζόμενων και των λαϊκών στρωμάτων. Είναι αναγκαίο να εντείνουμε την προσπάθεια αυτές να σταθεροποιηθούν, να δυναμώσουν περισσότερο και να έχουν συνέχεια ώστε να δημιουργήσουν ένα ισχυρό τείχος ανακοπής της μνημονιακής επίθεσης. Όπως έδειξε και η πείρα των χρόνων των μνημονίων, για την αποτελεσματικότητα της εργατικής πάλης, μορφές αγώνα που μπορούν να θέσουν σε κίνηση πανελλαδικά τους εργαζόμενους, να βγάλουν στο δρόμο μεγάλες μάζες εργαζομένων (μέσα από την κήρυξη απεργιακών και άλλων κινητοποιήσεων από τις ΓΣEE, AΔEΔY, τις μεγάλες συνδικαλιστικές οργανώσεις) έχουν ιδιαίτερο βάρος. Από την άποψη αυτή το δυνάμωμα της πίεσης της αγωνιστικής βάσης του συνδικαλιστικού κινήματος προς μια τέτοια κατεύθυνση πρέπει να δυναμώσει. Aυτό δε σημαίνει ότι ο εργατικός αγώνας θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από το τι θα πράξουν οι συνδικαλιστικές ηγεσίες. Aντίθετα, πρωτοβουλίες μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, όπως είναι συνεργασίες συνδικάτων που στηρίζονται σε αποφάσεις που παίρνονται και υλοποιούνται με τη μαζική συμμετοχή των εργαζομένων στα συνδικάτα και δεν είναι «μέτωπα» ή «συντονισμοί»-σφραγίδες, θα πρέπει να είναι μια παράλληλη προσπάθεια με στόχο να ξεπερνιέται το μπλοκάρισμα του αγώνα των εργαζομένων από τις συμβιβασμένες-υποταγμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες και την όσο δυνατόν πιο μαζική κινητοποίηση εργαζομένων. Η δράση των δυνάμεων του Μ-Λ ΚΚΕ και της ΕΡΓΑΣ οφείλει να συμβάλει στην υλοποίηση
των παραπάνω με τον καλύτερο τρόπο. Δουλεύουμε στο μαζικό κίνημα των εργαζομένων για την ενίσχυση της ενεργητικής παρουσίας μας και των ερεισμάτων μας μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, την εξάλειψη του γραφειοκρατικού συνδικαλισμού, το δυνάμωμα της δημοκρατικής λειτουργίας των συνδικάτων, τη διεύρυνση της συμμετοχής των εργαζομένων σ’ αυτά και στη συνδικαλιστική οργάνωση των μεγάλων τμημάτων της εργατικής τάξης, εργαζομένων, ανέργων και συνταξιούχων, που είναι συνδικαλιστικά ακάλυπτα, την αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων μέσα στα συνδικάτα υπέρ της αγωνιστικής ταξικής γραμμής και της πραγματικά αριστερής πολιτικής κατεύθυνσης. Άξονας της πάλης μας είναι να αναπτυχθούν οι αγώνες του μαζικού κινήματος της εργατικής τάξης και του λαού μας για την απόκρουση και την κατάργηση των παλιών και νέων μνημονίων, τη διεκδίκηση, την επανακατάκτηση και τη διεύρυνση εργατικών και λαϊκών δικαιωμάτων, με κατεύθυνση την ανατροπή της αντιλαϊκής πολιτικής που επιβάλλουν οι κυβερνήσεις και τα κόμματα της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης, η ΕΕ και τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα.

 Για την ενίσχυση της πάλης του ελληνικού λαού για εθνική ανεξαρτησία και ενάντια στην πολιτική της εθνικής υποτέλειας

32. Με τα μνημόνια η χώρα μας μπήκε σε μια φάση όπου το ζήτημα ότι η Ελλάδα δεν είναι μια ανεξάρτητη χώρα αναδείχθηκε με εξαιρετική ένταση, κονιορτοποιώντας όλους τους ισχυρισμούς της «ισχυρής Ελλάδας που ανήκει στο σκληρό πυρήνα της ΕΕ, στη ζώνη της ΟΝΕ», με τους οποίους οι κυβερνήσεις της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης παραμύθιαζαν τον ελληνικό λαό. Κάθε δανειακή σύμβαση και κάθε μνημόνιο σκληρών αντιλαϊκών μέτρων που υπαγόρευσαν η ΕΕ και το ΔΝΤ και υπόγραψαν οι εγχώριες κυβερνήσεις από το 2010 έκανε φανερό πως, με μοχλό το χρέος, η Ελλάδα περνούσε σε ένα καθεστώς όλο και πιο ασφυκτικού διεθνούς οικονομικού έλεγχου. Τα μνημονιακά δεσμά βάθυναν το καθεστώς της ιμπεριαλιστικής εξάρτησής της. Αυτό συνεχίστηκε και με το τρίτο μνημόνιο, όπου οι ωμοί ιμπεριαλιστικοί εκβιασμοί για Grexit και ο στραγγαλισμός της ελληνικής οικονομίας με τους κεφαλαιακούς ελέγχους που επέβαλε η τρόικα, μέσω της ΕΚΤ, η απαγόρευση στην κυβέρνηση να νομοθετεί χωρίς να παίρνει την άδεια του ιμπεριαλιστικού «κουαρτέτου» της, έδειξαν το βαθμό της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας στην Ελλάδα, σε τι έκταση έχει χάσει εθνικά κυριαρχικά δικαιώματά της. Στην πραγματικότητα με τα μνημόνια έχει αφαιρεθεί από τη χώρα μας το κυριαρχικό δικαίωμά της να ρυθμίζει τα της οικονομίας της, να χαράζει και να αποφασίζει για την εθνική οικονομική πολιτική της. Η απώλεια οικονομικής κυριαρχίας είναι και απώλεια πολιτικής κυριαρχίας, η οποία αν επί κυβερνήσεων Παπανδρέου, Παπαδήμου, Σαμαρά-Βενιζέλου πήρε μορφές ξένης επιτροπείας, που θύμισαν την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία των Αμερικανών γκαουλάιτερ, με την εγκατάσταση στην Αθήνα Γερμανών και Γάλλων τοποτηρητών μέσα σε υπουργεία και σε κυβερνητικούς μηχανισμούς, επί συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, συνεχίστηκε με την απαγόρευση της ΕΕ να προβαίνει η ελληνική κυβέρνηση σε «μονομερείς ενέργειες» και με την υποβολή της σε πυκνούς ελέγχους και «αξιολογήσεις» από εντεταλμένα κλιμάκια της ΕΕ και του ΔΝΤ που πηγαινοέρχονται στην Αθήνα. Η ελληνική κυβέρνηση και η ελληνική Βουλή δεν μπορούν να πάρουν πολιτικές αποφάσεις αν δεν δώσει πράσινο φώς η ιμπεριαλιστική τρόικα και ψηφίζουν, στην ουσία, μόνο νόμους που εγκρίνει αυτή. Η κηδεμονία της Ελλάδας από τα δυτικά ιμπεριαλιστικά κέντρα έχει για στήριγμά της την πολιτική υποτέλειας και ευθυγράμμισης στις ιμπεριαλιστικές απαιτήσεις, που ο ελληνικός λαός τη βιώνει χρόνια από τις κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, από τις πολιτικές δυνάμεις που συγκρότησαν το μέτωπο του «ναι» στο ευρώ και στην ΕΕ στο περσινό δημοψήφισμα και τώρα από τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Αυτή την κηδεμονία υπογραμμίζουν η δέσμευσή της προς την ΕΕ ότι «θα απέχει από οποιαδήποτε κατάργηση μέτρων και μονομερείς αλλαγές στις πολιτικές και στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις». Η υπογραφή της στο τρίτο μνημόνιο, με τον όρο - δέσμευση ότι η ελληνική κυβέρνηση «θα διαβουλεύεται και θα συμφωνεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για όλες τις ενέργειες που αφορούν την επίτευξη των στόχων του Μνημονίου Συνεννόησης, πριν από την οριστικοποίηση και τη νομική έγκρισή τους». Η διεξαγωγή των «διαπραγματεύσεων» για το τρίτο μνημόνιο με σύμβουλο τις ΗΠΑ και το εγκώμιο «έκανες καλή δουλειά Αλέξη» του Ομπάμα. Η απρόσκοπτη συμμετοχή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και η συνέχιση παροχής διευκολύνσεων στις επεμβατικές και πολεμικές δραστηριότητες των ΗΠΑ και των άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Καθώς ο ελληνικός λαός με τα μνημόνια ζει μαζί με τη φοβερή οικονομική καταστροφή του και την ταπεινωτική πραγματικότητα της ξενοκρατίας στον τόπο του, το αίτημα για την εθνική ανεξαρτησία της Ελλάδας προβάλλει με όλη την κομβική σημασία του και τον αγκαλιάζει και τον συγκινεί. Παρά το γεγονός αυτό, ο εθνικοανεξαρτησιακός αγώνας, που είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένος με τον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα, δεν εκδηλώνεται με τις διαστάσεις που αντιστοιχούν στη σημασία του και στην κατάσταση που έχει δημιουργήσει το καθεστώς της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Η ευθύνη εδώ κομμάτων και οργανώσεων όπως το ΚΚΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι βασική. Η θέση που έχει διαμορφώσει το ΚΚΕ για την Ελλάδα ως χώρα που ανήκει στην «ιμπεριαλιστική πυραμίδα», που δεν βλέπει πουθενά σχέσεις ιμπεριαλιστικής εξάρτησης παρά μόνο «ανταγωνισμούς μονοπωλιακών ομίλων», το έχει οδηγήσει στην εγκατάλειψη του αιτήματος και του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία, στην εγκατάλειψη της καταγγελίας και της πάλης κατά της πολιτικής εθνικής υποτέλειας των κυβερνήσεων της ντόπιας πλουτοκρατικής ολιγαρχίας. Με μια παρεμφερή θέση περί Ελλάδας που έχει «ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά» η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αφού παλινώδησε όταν ήλθαν τα μνημόνια προς τη θέση ότι η Ελλάδα είναι χώρα «υπό κατοχή», τώρα με μασημένα λόγια λέει ότι η Ελλάδα είναι «υπό επιτροπεία» και ότι υπάρχει ζήτημα πάλης κατά της «επιτροπείας», εξακολουθώντας και αυτή να απορρίπτει το αίτημα και την πάλη για εθνική ανεξαρτησία. Με αυτήν τη στάση αφήνεται ελεύθερο το πεδίο σε εθνικιστικές και φασιστικές δυνάμεις, όπως η Χρυσή Αυγή, να το καπηλεύονται, να το διαστρέφουν και να το χρησιμοποιούν για να χειραγωγήσουν τον ελληνικό λαό. Το αυθεντικό κομμουνιστικό και αριστερό κίνημα οφείλει να σηκώσει το αίτημα της εθνικής ανεξαρτησίας στο ύψος που πρέπει. Ο αγώνας για εθνική ανεξαρτησία είναι αξεχώριστος από τον αγώνα ενάντια στην πολιτική της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης που στηρίζει και στηρίζεται από το καθεστώς της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας. Είναι αγώνας που επιδιώκει την έξοδο της Ελλάδας από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, για να μπει τέρμα στο καθεστώς της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και της κυριαρχίας της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης. Είναι, όμως, ταυτόχρονα, και αγώνας που συνδέεται άμεσα με την πάλη για τα σημερινά προβλήματα και τις συνθήκες ζωής του λαού μας, όπως πολύ καθαρά το βλέπει τώρα με τα μνημόνια που υπαγορεύουν η ΕΕ και το ΔΝΤ. Το Μ-Λ ΚΚΕ με την αυτοτελή δράση του αλλά και μέσα από τη ΛΑ-ΑΑΣ οφείλει να δώσει όλες τις δυνάμεις για την ισχυροποίησή του.

 Για το δυνάμωμα του αντιιμπεριαλιστικού-αντιπολεμικού κινήματος

33. Σε συνθήκες όπου η παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού για ένατο χρόνο συνεχίζεται, το ιμπεριαλιστικό σύστημα γνωρίζει μια μεγάλη όξυνση των αντιθέσεών του που εκδηλώνεται με επεμβάσεις και καταχτητικούς πολέμους των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και την ένταση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Η χώρα μας πληρώνει βαριά τις συνέπειες αυτής της κρίσης καθώς έχει γίνει θύμα μιας άγριας οικονομικής και πολιτικής επέμβασης των δυτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, που προωθείται με όχημα τα μνημόνια, στα πλαίσια των οποίων εκδηλώνεται και ο ανταγωνισμός των δύο ιμπεριαλιστικών πλευρών του Ατλαντικού με τις διαφωνίες ΕΕ και ΔΝΤ γύρω από το χειρισμό του «ελληνικού προβλήματος». Ωστόσο, οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί και επεμβάσεις έχουν πολύ καταστρεπτικότερες συνέπειες στη γειτονική περιοχή της Ελλάδας, από τη Λιβύη ως τη Συρία και την Ουκρανία. Η ιμπεριαλιστική πολεμική εκστρατεία στη Λιβύη που διάλυσε, ουσιαστικά, αυτήν τη χώρα, ο συνεχιζόμενος πόλεμος για την ανατροπή της κυβέρνησης του Άσαντ που ενορχηστρώθηκε από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και τις άλλες δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, η επέμβαση των Αμερικάνων και Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών στην Ουκρανία, όπου στήριξε ακροδεξιές και φασιστικές δυνάμεις για να ανατρέψουν την ουκρανική κυβέρνηση και οδήγησε στο χωρισμό της χώρας και στο άνοιγμα ενός εσωτερικού μετώπου πολεμικής αντιπαράθεσης Ανατολικής και Δυτικής Ουκρανίας, έχουν δημιουργήσει ένα θερμό τόξο από τη Νότια και Ανατολική Μεσόγειο ως τη Μαύρη Θάλασσα. Το θερμό αυτό τόξο συμπληρώνεται από τις στρατιωτικές εισβολές και τους συνεχιζόμενους εποικισμούς του Ισραήλ στα Παλαιστινιακά εδάφη, από το στρατιωτικό πραξικόπημα στην Αίγυπτο, από τους ανταγωνισμούς και τη στρατιωτική δράση περιφερειακών κρατών, όπως η Τουρκία, το Ιράν και η Σαουδική Αραβία που διεξάγει πόλεμο στην Υεμένη, από την εμφάνιση, την ένοπλη δράση και τις δολοφονικές επιθέσεις στο Παρίσι του αντιδραστικού μορφώματος του «Ισλαμικού κράτους»(ISIS). Η δυναμική αντίδραση της Ρωσίας στην Ουκρανία, η στρατιωτική επιχείρησή της στη Συρία, η κατάρριψη αεροπλάνου της από την Τουρκία έχουν κάνει πιο καυτή την πολεμική ατμόσφαιρα που σκεπάζει την περιοχή. Η μεγάλη συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων του αμερικανικού, ευρωπαϊκού και ρώσικου ιμπεριαλισμού, η στρα­τιωτική κινητοποίηση και τα πολεμικά μέτωπα που είναι ενεργά στη γεωγραφική γειτονιά της χώρας εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους. Το τεράστιο προσφυγικό και μεταναστευτικό κύμα που έχουν προκαλέσει οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και πόλεμοι, και έχει ξεχυθεί προς την Ευρώπη και το μεγάλο τμήμα του έρχεται προς την Ελλάδα, είναι ένα δραματικό αποτέλεσμα που δείχνει με όλες τις παρενέργειές του (παρέμβαση του ΝΑΤΟ, μετατροπή της Ελλάδας σε χώρα μαζικής στρατοπέδευσης προσφύγων και μεταναστών, κατ’ επιταγή της ΕΕ κλπ.) πως η βάρβαρη ιμπεριαλιστική πολιτική απειλεί το λαό μας με νέα εκρηκτικά προβλήματα πέραν εκείνων που έχουν φέρει τα μνημόνια. Η ελληνική κυβέρνηση, δέσμια της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, προσανατολισμένη στο να παρέχει υποστήριξη και να διευκολύνει τα σχέδια των Αμερικάνων και Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών, θέτοντας τις βάσεις στο έδαφος της Ελλάδας και τους εναέριους και θαλάσσιους διαδρόμους της στη διάθεση των στρατιωτικών επιχειρήσεών τους, στήνοντας συμμαχίες με κυβερνήσεις, όπως του Ισραήλ και της Αιγύπτου, που αποτελούν ερείσματα της ιμπεριαλιστικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική, ακολουθεί απέναντι σ’ αυτές τις ανησυχητικές εξελίξεις μια πολιτική που εμπλέκει τη χώρα σε επιθετικά σχέδια σε βάρος γειτονικών κρατών και στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς που οξύνουν τις αντιθέσεις και τους ανταγωνισμούς στην περιοχή. Μια πολιτική που κάνει τη χώρα ευάλωτη στις απειλές αμφισβήτησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της, που αντιστρατεύεται στα φιλειρηνικά αισθήματα του λαού μας και στα εθνικά συμφέροντα της χώρας. Η απόκρουση των κινδύνων που διαμορφώνει η επιθετική ιμπεριαλιστική πολιτική είναι υπόθεση του αντιιμπεριαλιστικού-αντιπολεμικού κινήματος. Παρά τις απανωτές επεμβάσεις και πολέμους που έχουν σημειωθεί τα τελευταία χρόνια, το αντιιμπεριαλιστικό-αντιπολεμικό κίνημα υστερεί σε ανάπτυξη και σ’ αυτό έπαιξε ρόλο τόσο η ιμπεριαλιστική προπαγάνδα που βρήκε έδαφος, αν και τα ψεύδη της σήμερα έχουν αποκαλυφθεί, όσο και η πολιτική των κομμάτων και των δυνάμεων που, κάτω από την πίεση της ιμπεριαλιστικής προπαγάνδας, επέλεξαν μια στάση «ίσων αποστάσεων» ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές επιθετιστές και στις κυβερνήσεις και κράτη θύματά τους. Η λαϊκή αντιιμπεριαλιστική - αντιπολεμική κινητοποίηση, η συμπαράσταση στους λαούς και τις χώρες που γίνονται στόχος της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας επιβάλλεται να ξαναδυναμώσουν και προς αυτή την κατεύθυνση το Μ-Λ ΚΚΕ, όπως και οι δυνάμεις της ΛΑ-ΑΑΣ πρέπει να συνεχίσουν να συμβάλλουν αποφασιστικά.

 Για την καταπολέμηση των αιτιών της μεγάλης προσφυγικής τραγωδίας και την αλληλεγγύη στους πρόσφυγες και μετανάστες

34. Από την αρχή της προσφυγικής κρίσης, η ΕΕ μεθοδικά χαράζει μια σκληρή κατασταλτική πολιτική, που ολοένα εντείνεται, με σαφή στόχο την απόκρουση προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών. Καθώς οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στη Συρία κλιμακώνονται, πόλεις σωριάζονται σε ερείπια, εκατομμύρια άνθρωποι εκτοπίζονται, παίρνοντας το δρόμο της προσφυγιάς, η στρατηγική του σκληρού πυρήνα της ΕΕ, που πρωτοστατεί στους βομ­βαρ­δι­σ­μούς, είναι σταθερά προσανατολισμένη στη βίαιη ανα­χαί­τισή τους. Μετά από αλλεπάλληλες Συνόδους για το Προσ­φυγικό, τείχη, συρματοπλέγματα, φράκτες υψώνονται στα σύνορα κάθε χώρας παρεμποδίζοντας τη διέλευση κατατρεγμένων προς τις χώρες του Βορρά. Στρατός, σιδηρόφρακτη καταστολή συνεπικουρούν το καθεστώς αποκλεισμού και βαρβαρότητας. Σειρά αντιμεταναστευτικών και αντιτρομοκρατικών νόμων ενεργοποιούνται σε όλες τις χώρες της ΕΕ, τσακίζοντας ανθρώπινα και δημοκρατικά δικαιώματα, αξιοποιώντας το δίπτυχο «πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία – ασ­φάλεια», βάζοντας στο στόχαστρο πρόσφυγες και μετανάστες, πυροδοτώντας το κλίμα ξενοφοβίας, υποβοηθώντας τελικά τις ακροδεξιές αντιλήψεις και πρακτικές, τη φασιστική ρητορεία να βρίσκουν πρόσφορο έδαφος. Η νομιμοποίηση και υλοποίηση από το αντιδραστικό ευρωπαϊκό μόρφωμα μιας ανθρωποκτόνας και εγκληματικής πολιτικής ενάντια στα προσφυγικά και μεταναστευτικά ρεύματα προϋποθέτει την ολόπλευρη σκλήρυνση της καταστολής. Η ΕΕ απέναντι στις οξυμμένες διαστάσεις που παίρνει το προσφυγικό προχωράει σε σφράγισμα εθνικών συνόρων και άνοιγμα στρατοπέδων συγκέντρωσης, ε­φι­αλτική διαλογή ανθρώπων σε κέντρα κράτησης με κριτήριο την ανηλεή εκμετάλλευσή τους στις καπιταλιστικές χώρες, ως προϋπόθεση για τη χορήγηση ασύλου, θέτει ως προ­τεραιότητα τις μαζικές απελάσεις και τις βίαιες επιστροφές, ταυτόχρονα με τις θαλάσσιες αποκρούσεις που αυξάνουν κατακόρυφα τους πνιγμούς. Στη δίνη όλων αυτών των αντιδραστικών σχεδιασμών βρίσκεται η χώρα μας, κάτω από απειλές, εκβιασμούς και ασφυκτικές πιέσεις γίνεται η αιχμή του δόρατος για την εφαρμογή αυτής της απάνθρωπης πολιτικής. Εδώ θα λειτουργούν τα στρατόπεδα συγκέ­ντρωσης, τα κέντρα κράτησης και διαλογής. Εδώ θα εγ­κλωβίζονται οι χιλιάδες ξεριζωμένοι σε πανάθλιες συνθήκες διαβίωσης και θα στοιβάζονται περιμένοντας το ξεδιάλεγμά τους, γιατί έτσι προστάζουν οι ευρωπαϊκές συνθήκες (Σένγκεν, Δουβλίνο 2), που διαχρονικά όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν αποδεχτεί. Κάτω από τις διαταγές των Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών η Ελλάδα πρέπει να μετατραπεί σε μια απέραντη φυλακή, σε χώρα δεσμοφύλακα. Το Προσφυγικό αξιοποιείται για να προωθήσει επικίνδυνες εξελίξεις στην περιοχή της Ν.Α. Μεσογείου, ως μοχλός πίεσης απέναντι στη χώρα μας για την παραίτηση από κυριαρχικά της δικαιώματα και την παράδοση των ελληνικών συνόρων, κυρίως τα θαλάσσια σύνορα στο Αιγαίο, σε ευρωστρατούς (ακτοφυλακή, συνοριοφυλακή) που θα περιφρουρούν μαζί με το ΝΑΤΟ, δηλαδή σαφή εμπλοκή των ΗΠΑ, βάζοντας πλέον επιτακτικά ζήτημα εθνικής κυριαρχίας. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Αιγαίο, κάτω από την ομπρέλα και την εμπλοκή των ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων, πέρα από τις βίαιες απωθήσεις προσφύγων, διαμορφώνουν σταδιακά μια νέα κατάσταση που μόνο δεινά θα επιφέρει στο λαό μας. Με πρόσχημα τον έλεγχο των προσφυγικών ροών και τη φύλαξη των συνόρων, η Νατοϊκή στρατιωτικοποίηση του Αιγαίου εντείνεται, τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα καταλύονται, η συνδιαχείριση του Αιγαίου με την Τουρκία και η παγίωση γκρίζων ζωνών προετοιμάζεται πυρετωδώς. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ υποταγμένη, έρμαιο των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών και των νεοαποικιακών μνημονίων που εφαρμόζει, στην υπηρεσία της ντόπιας ολιγαρχίας ευθυγραμμίζεται με τις απαιτήσεις της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Εμφανίζει τη βάρβαρη διαχείριση του Προσφυγικού που επιβάλλει η ΕΕ ως μοναδική επιλογή και «εθνική» υποχρέωση. Έχοντας τη στήριξη όλου του ευρωπαιόδουλου τόξου της αντιπολίτευσης ανοίγει στρατόπεδα, κέντρα κράτησης, προωθεί απελάσεις, παραδίδει κυριαρχικά δικαιώματα. Οφείλουμε καταρχήν να καταγγείλουμε τα ιμπεριαλιστικά εγκλήματα, τις επεμβάσεις και τις εκστρατείες, τους κατακτητικούς πολέμους που εξαπέλυσαν και εξαπολύουν οι ιμπεριαλιστές ενάντια σε χώρες και λαούς που είναι η μήτρα των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών. Να αναδείξουμε τη σχέση τους με τις δολοφονικές μισθοφορικές ομάδες, όπως σήμερα το «Ισλαμικό Κράτος», που δεν «ξεφύτρωσαν» από το πουθενά, ούτε αποτελούν δήθεν κάποιο αντίπαλο δέος, αλλά πρόκειται για συμμορίες που οι ίδιοι οι ιμπεριαλιστές εξόπλισαν, χρηματοδότησαν και χρησιμοποίησαν προκειμένου να επιβάλλουν τα συμφέροντά τους στη Μ. Ανατολή. Να γίνει σαφές ότι όλη αυτή η φρίκη και η θηριωδία είναι αποτέλεσμα του αχαλίνωτου επεκτατισμού των ιμπεριαλιστών για την καθυπόταξη χωρών, το άρπαγμα και έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών τους πηγών. Να αναδείξουμε τον βαθύ αντιδραστικό χαρακτήρα της ΕΕ που ξεκίνησε από ανθρωπιστικές και ψευδεπίγραφες κορώνες για προστασία των προσφύγων για να καταλήξει στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Άμεσο καθήκον είναι η πάλη ενάντια στην καταστολή και στο ευρωπαϊκό – φρούριο, ενάντια στα στρατόπεδα εγκλεισμού και στα κέντρα κράτησης στη χώρα μας. Η απαίτηση για ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης, πρόσβαση σε στέγαση, σίτιση, περίθαλψη με κρατική μέριμνα και η υποστήριξη της ελεύθερης και απρόσκοπτης μετακίνησης των προσφύγων στις χώρες που επιθυμούν. Δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς που εντοπίζουν το κύριο πρόβλημα του προσφυγικού-μεταναστευτικού στους φράκτες και στα τείχη στα σύνορα, και επικεντρώνουν τον αγώνα τους για την επίλυσή του στη διεκδίκηση «ανοικτά σύνορα», υποβαθμίζουν και συσκοτίζουν την κύρια αιτία του προσφυγικού-μεταναστευτικού που πρέπει να καταπολεμηθεί και σπέρνουν σύγχυση με μια συνθηματολογία που αδιαφορεί για κυριαρχικά δικαιώματα και φαίνεται να αγνοεί τις παρενέργειές του, που συνδέονται με τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις και την ιμπεριαλιστική κυριαρχία. Το ΚΚΕ ξεκινώντας από απίθανες προτάσεις για απευθείας μεταφορά προσφύγων με αεροπλάνα στις χώρες προορισμού τους ως άμεσο αίτημα πάλης και καταλήγοντας, γενικώς και αορίστως, στην πάλη ενάντια στα μονοπώλια και στον ιμπεριαλισμό αποπροσανατολίζει και θολώνει το τοπίο δημιουργώντας, επίσης, συγχύσεις γύρω από τις αιτίες που δημιουργούν όλη αυτή την τραγωδία. Τα αιτήματα και οι πρακτικές των παραπάνω δυνάμεων που αναφέρονται στην Αριστερά υποτιμούν την αντιιμπεριαλιστική πάλη και τα αντιπολεμικά κινήματα, και γίνονται, τελικά, τροχοπέδη στην αφύπνιση των λαϊκών μαζών σε ποια κατεύθυνση πρέπει να οργανωθεί και να παλέψει το λαϊκό κίνημα. Η πραγματική αλληλεγγύη στους λαούς που δολοφονούνται και ξεριζώνονται περνάει μέσα από τη συγκρότηση ενός μαζικού και μαχητικού αντιπολεμικού - αντιιμπεριαλιστικού κινήματος. Η ανάπτυξή του μπορεί να θέσει τους όρους για να μπει φραγμός στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, στις αιτίες που γεννούν τα καραβάνια προσφύγων και μεταναστών. Σε αυτή την κατεύθυνση πρέπει να δουλέψουμε.

 Για την κοινή πάλη των λαών της Ελλάδας και της Τουρκίας ενάντια στην πολιτική των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και των κυρίαρχων τάξεων στις δύο χώρες, που διαιωνίζουν την ένταση και τα προβλήματα στις ελληνοτουρκικές σχέσε

 35. Τα προβλήματα της Ελλάδας με την Τουρκία παραμένουν ανοικτά και κρατούν σε ένταση τις σχέσεις τους, που τροφοδοτείται και από ζητήματα που προκαλούν οι εξελίξεις στο Αιγαίο, στην Κύπρο και σε όλην τη γειτονική περιοχή των δύο χωρών. Υφαλοκρηπίδα, χωρικά ύδατα, εναέριος χώρος, αποστρατιωτικοποίηση ελληνικών νησιών στο Αιγαίο εξακολουθούν να αποτελούν το βασικό άλυτο πακέτο ελληνοτουρκικών διαφορών μέσα στο οποίο, τα τελευταία χρόνια, προστέθηκε, με την αναμόχλευση του ζητήματος της εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων στο Αιγαίο, και ο καθορισμός της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) της Ελλάδας, ενώ η αντιμετώπιση του μεγάλου προσφυγικού-μεταναστευτικού ρεύματος που διοχετεύεται από την Τουρκία προς τη Δύση, έχει γίνει αφορμή για νέες περιπλοκές στα θέματα που συνδέονται με τα κρατικά κυριαρχικά δικαιώματα και τις ελληνοτουρκικές διαφορές στο Αιγαίο. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις διαμορφώνονται κάτω από την επίδραση δύο παραγόντων που παράγουν πολιτικές σε βάρος των δύο λαών και των εθνικών συμφερόντων των δύο χωρών, εμποδίζουν την εξομάλυνσή τους, δημιουργούν συνεχείς τριβές και οξύνσεις, και καθιστούν άλυτες τις διαφορές των δύο κρατών. Ο πρώτος και κύριος παράγοντας είναι οι επεμβάσεις και οι ανταγωνισμοί των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στα ελληνοτουρκικά ζητήματα που προσδιορίζονται από τις επιδιώξεις τους να ασκούν επιρροή και έλεγχο στις εξελίξεις στην Ελλάδα και στην Τουρκία, εκμεταλλευόμενες τις διαφορές και τις αντιθέσεις των κυρίαρχων τάξεων των δύο χωρών και τις εξαρτήσεις που αυτές έχουν από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ο δεύτερος είναι οι αντιθέσεις ανάμεσα στις μεγαλοαστικές τάξεις της Τουρκίας και της Ελλάδας, που χαρακτηρίζονται από πνεύμα εθνικισμού και σοβινισμού και αντιμετωπίζουν τις διαφορές τους μέσα σε ένα πλαίσιο παρεμβάσεων και επιδιαιτησίας των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Οι πολιτικές αυτές έχουν προσλάβει, τα μεταπολιτευτικά χρόνια, από πλευράς των κυβερνήσεων της Τουρκίας τη μορφή ενεργειών που αμφισβητούν διαρκώς τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και ζητούν την επαναχάραξη των συνόρων στο Αιγαίο, με την ανακήρυξη «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο, τη διατήρηση της απειλής πολέμου αν επεκταθούν τα χωρικά ύδατα της Ελλάδας από 6 σε 12 μίλια, τη διεκδίκηση του περιορισμού της έκτασης του ελληνικού εναερίου χώρου από 10 σε 6 μίλια, τις μόνιμες παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου από τούρκικα μαχητικά, τη μη τήρηση από τούρκικα πλοία των κανόνων αβλαβούς διέλευσης στα ελληνικά χωρικά ύδατα. Από πλευράς των κυβερνήσεων της Ελλάδας τη μορφή αποδοχής συμφωνιών που, ουσιαστικά, στέκονται υποχωρητικά και ενδοτικά απέναντι στις αξιώσεις και στους εκβιασμούς της Τουρκίας, αναγνωρίζοντας «νόμιμα ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντά» της στο Αιγαίο (συμφωνία της Μαδρίτης 1997) και «συνοριακές διαφορές» με την Τουρκία (συμφωνία του Ελσίνκι 1999), καθώς και τη μορφή της κατεύθυνσης της «συνεκμετάλλευσης» και της «συνδιαχείρισης» του υποθαλάσσιου πλούτου του Αιγαίου με την Τουρκία. Η εξέλιξη των σχέσεων Ελλάδας - Τουρκίας έχει επηρεαστεί από τις πορείες των δύο χωρών, τα τελευταία χρόνια. Η Ελλάδα μετά το βαρύ πλήγμα που της κατάφερε η οικονομική κρίση και τα μνημονιακά δεσμά που της πέρασε η ιμπεριαλιστική τρόικα έχει βρεθεί σε πιο δυσχερή θέση να αντιμετωπίσει τις πιέσεις της επεκτατικής πολιτικής της άρχουσας τάξης της Τουρκίας. Η Τουρκία με την άνοδο του Ερντογάν στην εξουσία πέρασε σε μια φάση αναβάθμισης της δύναμής της, την οποία αξιοποίησε και στην πολιτική των επεκτατικών βλέψεών της προς το Αιγαίο και των εκβιασμών της προς την Ελλάδα. Ωστόσο, τώρα βρίσκεται σε μια φάση αντιμετώπισης σοβαρών προβλημάτων, όπως η όξυνση του Κουρδικού ζητήματος, το μέτωπο που έχει ανοίξει με τη Συρία, η πίεση που δέχεται από τη Ρωσία μετά την κατάρριψη του βομβαρδιστικού της, η διαταραχή της σχέσης της με το Ιράν. Σε μια φάση αντίστροφη, αυτής των «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες» που επαγγέλθηκε, πριν μερικά χρόνια, το «δόγμα Νταβούτογλου» και αποτέλεσε το κάλυμμα μιας εξωτερικής πολιτικής άσκησης «νεοοθωμανικής» επιρροής και περιφερειακής δύναμης. Οι ελληνικές κυβερνήσεις και η ντόπια μεγαλοαστική τάξη, υπό το βάρος της εξασθένισης που προκάλεσαν στην Ελλάδα τα μνημόνια και τις επιπτώσεις που έχει στις σχέσεις τους με την κυρίαρχη τάξη της Τουρκίας, έστρεψαν την εξωτερική πολιτική στην κατεύθυνση της στρατιωτικής συνεργασίας με το Ισραήλ, της συγκρότησης «τριγωνικών σχέσεων» Ελλάδας – Ισραήλ - Κύπρου και Ελλάδας - Αιγύπτου - Κύπρου. Της σύναψης, δηλαδή, συμμαχιών με κράτη της περιοχής που έχουν αντιπαλότητα με την Τουρκία. Οι τοπικοί «άξονες» με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, εκτός του ότι σηματοδοτούν τη συμπαράταξη με κυβερνήσεις-στηρίγματα της ιμπεριαλιστικής πολιτικής στη Νοτιανατολική Μεσόγειο, εκτός του ότι συντάσσουν την Ελλάδα με το φιλοπόλεμο κράτος του Ισραήλ και τη φέρνουν απέναντι στον Παλαιστινιακό και τους άλλους Αραβικούς λαούς, προσθέτουν ένα ακόμα πρόβλημα που οξύνει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Σοβαρή επίδραση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις αλλά και στο ζήτημα των κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο ασκεί το προσφυγικό-μεταναστευτικό ρεύμα. Τόσο γιατί η αντιμετώπισή του από την Τουρκία λειτουργεί σαν μέσο πίεσης προς την Ελλάδα και ως ένας νέος τρόπος για να αμφισβητήσει τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας στο Αιγαίο. Όσο και γιατί η χρησιμοποίησή του από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις για την αποστολή του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο, είναι μια πολύ ανησυχητική εξέλιξη που θέτει το θέμα τής -υπό ΝΑΤΟϊκή εποπτεία- συνδιαχείρισης των ελληνοτουρκικών προβλημάτων στο Αιγαίο και, ταυτόχρονα, εγκυμονεί τον κίνδυνο της όξυνσης της έντασης στο Αιγαίο από την παρουσία των ΝΑΤΟϊκών στρατιωτικών δυνάμεων, σε ένα σημείο που γειτνιάζει με το φλεγόμενο μέτωπο της Συρίας και της Μέσης Ανατολής, και βρίσκεται στο διάδρομο περάσματος του ρώσικου στόλου, που συνδέει τη Μαύρη Θάλασσα με τη Μεσόγειο. Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν μετέβαλε την ακολουθούμενη εξωτερική πολιτική στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Δείχνοντας «πολιτικό ρεαλισμό», όπως επισημαίνουν και κυρίαρχοι αστικοί κύκλοι, διακηρύσσοντας ότι είναι «υπέρ της Ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας», με τον υπουργό Εξωτερικών να καυχιέται ότι υπήρξε «ο άνθρωπος που επεξεργάστηκε τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία τη δεκαετία του ’90» και ότι «θεωρεί τον εαυτό του από τους αρχιτέκτονες της συμφωνίας του Ελσίνκι», συνεχίζοντας τη στρατιωτική συνεργασία με το Ισραήλ βαδίζει στον ίδιο, ουσιαστικά, δρόμο χειρισμού των ελληνοτουρκικών σχέσεων που παρέλαβε από τους προκατόχους της. Ο δρόμος αυτός, ωστόσο, καθώς χαράζεται πάνω στο έδαφος που καθορίζουν οι ιμπεριαλιστικές παρεμβάσεις και ανταγωνισμοί, οι δεσμεύσεις απέναντι στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ, η ΝΑΤΟϊκή επιδιαιτησία, οι πολιτικές των ιμπεριαλιστικών εξαρτήσεων και του σοβινισμού, τα ανταγωνιστικά συμφέροντα των κυρίαρχων μεγαλοαστικών τάξεων της Ελλάδας και της Τουρκίας, οι διεκδικήσεις αλλαγής των συνόρων και η αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, θα παραμένει αδιέξοδος. Μόνο ο κοινός αντιιμπεριαλιστικός αγώνας των λαών της Ελλάδας και της Τουρκίας, η κοινή πάλη τους ενάντια στην πολιτική των κυρίαρχων τάξεων των δυο χωρών, ενάντια στην εθνική υποτέλεια και τους εθνικισμούς είναι σε θέση να οδηγήσει σε μια φιλειρηνική και σταθερή επίλυση των ελληνοτουρκικών προβλημάτων.

 Για τον αγώνα ενάντια στα ιμπεριαλιστικά - αντιδραστικά - διχοτομικά σχέδια για την Κύπρο
  
36. Σαράντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή και την κατοχή του 37% της Κυπριακής μεγαλονήσου, το Κυπριακό πρόβλημα εξακολουθεί να περιμένει τη λύση του. Ο μεγάλος χρόνος που παραμένει άλυτο χρησιμοποιείται, σήμερα, ξανά σαν μέσο εκβιασμού για την αποδοχή μιας διχοτομικής «επίλυσής» του, όπως μαρτυρεί και η πρόσφατη δήλωση στο Νταβός του επικεφαλής της τουρκοκυπριακής κοινότητας, Μ. Ακιντζί, πως είναι «η τελευταία ευκαιρία για επανένωση», αλλιώς «θα αναζητηθούν άλλες επιλογές». Η πολιτική της Τουρκίας που αποτυπώνεται, τα τελευταία χρόνια, σε νέες προκλητικές δηλώσεις του Ερντογάν ότι «η Νότιος Κύπρος δεν έχει εξουσία στη Βόρεια Κύπρο», του τούρκικου υπουργείου Εξωτερικών ότι «η ψευδαίσθηση της Λευκωσίας πως είναι ο μόνος κάτοχος του νησιού είναι μια επικίνδυνη έκφανση», η ανάμιξη των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της ΕΕ με διχοτομικές προτάσεις στην κυπριακή υπόθεση, η αναβαθμισμένη παρουσίαση από τον ΟΗΕ, στο Νταβός, του επικεφαλής της τουρκοκυπριακής κοινότητας ως «προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου», δείχνουν σε ποια κατεύθυνση ξανασπρώχνεται η εξεύρεση λύσης από εκείνους που δημιούργησαν και διαιωνίζουν το Κυπριακό πρόβλημα. Οι πολιτικές των κυβερνήσεων της Κύπρου και της Ελλάδας, συμβιβαστικές απέναντι στους εκβιασμούς και τις απειλές της Τουρκίας και προσανατολισμένες σε κινήσεις και χειρισμούς εξαρτημένες από την ιμπεριαλιστική διπλωματία, οδηγούν σε εγκλωβισμό της Κύπρου στα διχοτομικά σχέδια. Η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, που προβλήθηκε σαν μέγιστη επιτυχία από τις κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Κύπρου, που θα ενίσχυε τη θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας και την προσπάθεια επανένωσής της, όχι μόνο δεν έφερε λύση στο Κυπριακό αλλά κατάφερε στην Κύπρο, το 2013, το ισχυρό πλήγμα του μνημονίου. Το βαρύ αυτό χτύπημα και η αποδυνάμωση της θέσης της Ελλάδας τα χρόνια των μνημονίων, δημιούργησαν πρόσθετες δυσκολίες που ωθούν τις κυρίαρχες τάξεις και πολιτικές δυνάμεις σε Κύπρο και Ελλάδα σε πιο ενδοτική στάση στο Kυπριακό πρόβλημα. Η διπλωματία της Κύπρου, που ξεκίνησε από την κυβέρνηση ΑΚΕΛ και συνεχίζεται με την κυβέρνηση Αναστασιάδη, να φτιάξει συνεργασίες με το Ισραήλ και με την Αίγυπτο, ως «αντίβαρο» στην τουρκική πίεση, δεν αποτρέπει την πίεση για διχοτομική λύση. Ανοίγει μόνο τις πόρτες χρησιμοποίησης και εκμετάλλευσης της ΑΟΖ της στις ΗΠΑ και στο Ισραήλ, την κάνει σημείο οξύτερης αντιπαράθεσης των ιμπεριαλιστικών και περιφερειακών δυνάμεων στην περιοχή της, τη δένει τελικά, με την ίδια την πολιτική των ΗΠΑ, που υπήρξε και είναι βασικός υπεύθυνος για την κυπριακή τραγωδία. Η πολιτική της κυβέρνησης του Ν. Αναστασιάδη, που το κόμμα του υποστήριξε το «ναι» στο σχέδιο Ανάν, κινείται στις ράγες μιας διχοτομικής λύσης, το περίγραμμα της οποίας έχει δώσει το κοινό ανακοινωθέν του Ν. Αναστασιάδη με τον πρώην επικεφαλής της τουρκοκυπριακής κοινότητας, Ντ. Έρογλου, το 2014, για μια «Ενωμένη Κύπρο εντός της ΕΕ», που θα είναι «δικοινοτική - διζωνική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα» και απαρτιζόμενη από δύο «συνιστώντα κράτη». Οι δηλώσεις Ερντογάν στα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου, μόλις εκλέχτηκε ο σημερινός επικεφαλής της τουρκοκυπριακής κοινότητας, το 2015, ότι «η ομοσπονδιακή Κύπρος θα πρέπει να αποτελείται από δύο ίσα ιδρυτικά κράτη», δείχνουν ποια «λύση» επιδιώκει η Άγκυρα. Οι πιέσεις της για να την επιτύχει, μετά και την ανακάλυψη ενεργειακών αποθεμάτων στην ΑΟΖ της Κύπρου όπου διεκδικεί «συνεκμετάλλευση», έχουν ενταθεί και ευνοούνται από το διχοτομικό πλαίσιο «επίλυσης» του Κυπριακού που προωθούν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, σύμφωνα με τις δικές τους βλέψεις στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, που συνδέονται με τον έλεγχό της, την εκμετάλλευση των ενεργειακών αποθεμάτων της, με τη χρησιμοποίηση της Κύπρου ως «πλατφόρμας» για τις επιχειρήσεις και τα σχέδιά τους στη Μέση Ανατολή. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ διατηρεί στην εξωτερική πολιτική της τον βασικό άξονα αντιμετώπισης του Κυπριακού προβλήματος που ακολουθούσαν και οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Οι λίγες αναφορές της στο ότι «δεν χρειάζονται εγγυήτριες δυνάμεις» εμφανίζονται δειλές και με το ερώτημα αν εννοεί κατάργηση ή την αλλαγή της μορφής των ξένων «εγγυήσεων». Ο λαός της Κύπρου και δίπλα του οι λαοί της Ελλάδας και της Τουρκίας καλούνται να αντιταχθούν στο διχοτομικό σχέδιο της λύσης των «δύο ίσων ιδρυτικών κρατών» ή «συνιστώντων κρατών». Η λύση του Κυπριακού προβλήματος, η λύση που εξυπηρετεί τα συμφέροντα του λαού της, Ελληνοκυπρίων, Τουρκοκυπρίων και των μικρών μειονοτήτων της, την ειρηνική συμβίωση στο νησί και ευρύτερα των λαών της Κύπρου, της Ελλάδας και της Τουρκίας, θα βρεθεί μόνο με μια πολιτική που θα το αντιμετωπίσει ως πρόβλημα απαλλαγής μιας ανεξάρτητης χώρας, της Κύπρου, από την τουρκική κατοχή. Ως πρόβλημα απαλλαγής του Κυπριακού ζητήματος από τις επεμβάσεις και τις αναμίξεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Ως πρόβλημα πάλης κατά της πολιτικής της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και του εθνικισμού, του συμβιβασμού με τα «τετελεσμένα». Χρειάζεται να αναπτυχτεί ο κοινός αγώνας των λαών της Κύπρου, της Ελλάδας και της Τουρκίας: Για να φύγουν από την Kύπρο τα τούρκικα κατοχικά στρατεύματα, οι βάσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και οι ελλαδίτικες στρατιωτικές δυνάμεις. Για να διαλυθεί το τούρκικο ψευδοκράτος, να σταματήσει ο εποικισμός της Κύπρου, να επιστρέψουν οι πρόσφυγες στα σπίτια τους και να εξαλειφθούν οι συνέπειες της τούρκικης κατοχής. Για να αποτραπεί κάθε διχοτομική λύση, με όποια μορφή και αν παρουσιάζεται και να ανατραπεί η πολιτική της συνθηκολόγησης. Για να καταργηθεί το καθεστώς των «εγγυητριών» δυνάμεων που νομιμοποιεί τις ξένες επεμβάσεις στην Kύπρο και να αφεθούν οι Kύπριοι, Έλληνες και Tούρκοι, να λύσουν μόνοι τα προβλήματά τους και να εξασφαλίσουν ειρηνική, ισότιμη και αρμονική συμβίωση. Για να γίνει η Kύπρος πραγματικά ελεύθερη, ανεξάρτητη, ­ενιαία, κυρίαρχη χώρα.

Σάββατο 2 Απριλίου 2016

Πανελαδική Συνδιάσκεψη του Μ-Λ ΚΚΕ (ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ: ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΔΡΑΣΗΣ)

Γ. ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΔΡΑΣΗΣ



Το Μ-Λ ΚΚΕ ανταποκρίθηκε θετικά στα πολιτικά καθήκοντα της νέας περιόδου που διαμορφώθηκε


 24. Στο επίκεντρο της πάλης του Μ-Λ ΚΚΕ, από το 5ο Συνέδριό του (Μάρτης 2013) μέχρι σήμερα, βρέθηκαν τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετώπισε ο λαός και η χώρα από τα σαρωτικά αντεργατικά μέτρα των βάρβαρων μνημονίων της συγκυβέρνησης ΝΔ – ΠΑΣΟΚ, τα οποία συνέχισε να εφαρμόζει απαρέγκλιτα, μετά το Γενάρη του 2015, και να τα επαυξάνει, με την επιβολή του τρίτου μνημονίου, η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Το Μ-Λ ΚΚΕ αντιμετώπισε την πορεία προς το νέο πολιτικό σκηνικό που διαμορφώθηκε τελικά με την “πρώτη φορά κυβέρνηση Αριστεράς”, στηριγμένο στις αποφάσεις που πήρε, τα καθήκοντα που καθόρισε και στις γενικότερες ιδεολογικοπολιτικές κατευθύνσεις που χάραξαν το 5ο Συνέδριο και οι Αποφάσεις της ΚΕ στο διάστημα αυτό. Αυτές οι αποφάσεις και ο προσανατολισμός που χαράχθηκαν εξόπλισαν ιδεολογικοπολιτικά τις δυνάμεις μας και επέτρεψαν στο κόμμα να αντιμετωπίσει με σωστό τρόπο τη νέα πολιτική κατάσταση. Να ανταποκριθεί θετικά στα βασικά πολιτικά καθήκοντα και στόχους πάλης, έχοντας ανοιχτό μέτωπο ιδεολογικής και πολιτικής αντιπαράθεσης με τις θέσεις και τους φορείς του συμβιβασμού και της συνθηκολόγησης. Μπροστά στα αλλεπάλληλα κύματα αντεργατικών μέτρων που έρχονταν να επιδεινώσουν δραματικά τη θέση του εργαζόμενου λαού, ο μόνος δρόμος σωτηρίας ήταν ο δρόμος της παλλαϊκής – πανεργατικής αντίστασης και πάλης ενάντια στους ξένους και ντόπιους δυνάστες και εκμεταλλευτές και τα πολιτικά τους φερέφωνα, παραμερίζοντας τις σειρήνες των εύκολων λύσεων και των ψευδαισθήσεων, της ηττοπάθειας και της μοιρολατρίας. Σ’ αυτή την κεντρική κατεύθυνση κινήθηκε το Μ-Λ ΚΚΕ. Έχουν βγει συμπεράσματα από τα έξι χρόνια διεξαγωγής του αγώνα για την απόκρουση των βάρβαρων μέτρων και των ιμπεριαλιστικών μνημονίων. Ποιος προσανατολισμός και ποιες μορφές έδωσαν τη δυνατότητα να εκφραστεί με μεγαλύτερη μαζικότητα η αντίσταση των εργαζομένων, αλλά και ποιες πρακτικές και θέσεις υπέσκαπταν και αποδυνάμωναν αυτήν τη μαζικότητα. Οι πανεργατικοί αγώνες που αναπτύχθηκαν την προηγούμενη περίοδο, ιδιαίτερα το 2010 - 2012, επιβεβαίωσαν και ανέδειξαν τις διαθέσεις των εργαζομένων να αντιπαλέψουν τα αντιλαϊκά μέτρα. Όλοι οι αγώνες αυτοί αναπτύχθηκαν μέσα από τα πρωτοβάθμια συνδικάτα και τις ομοσπονδίες, που ασκώντας ισχυρή πίεση στις υποταγμένες ηγεσίες των ανώτερων οργάνων του συνδικαλιστικού κινήματος της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, τις εξανάγκασαν να προκηρύξουν μια σειρά 24ωρες και 48ωρες πανελλαδικές απεργιακές κινητοποιήσεις που διευκόλυναν στην πράξη την πιο πλατιά ενιαία παρέμβαση και πάλη των εργαζομένων. Πάνω στη βάση αυτή το Μ-Λ ΚΚΕ και η ΕΡΓΑΣ είχαν ανοιχτό μέτωπο αντιπαράθεσης με την πολιτική που καλούσε σε φυγή από τα συνδικάτα και στη δημιουργία νεφελώδικων σχημάτων που θα αναλάμβαναν υποτίθεται την οργάνωση και διεξαγωγή των συνδικαλιστικών και λαϊκών αγώνων, που ποτέ δεν προέκυψαν και κανένα ρόλο στη μαζική πάλη των εργαζομένων δεν διαδραμάτισαν.

25. Τα τρία τελευταία χρόνια, καθώς εξασθένισε μια τέτοια πίεση και καλλιεργήθηκαν κάθε λογής αυταπάτες από τον ΣΥΡΙΖΑ, υποχώρησαν, σε μεγάλο βαθμό, οι πανεργατικές απεργιακές κινητοποιήσεις και διαπιστώθηκε πως κανένα υποκατάστατο “κέντρο αγώνα” του ΠΑΜΕ ή οποιουδήποτε άλλου, κακέκτυπου, που προβάλλεται, δεν μπόρεσε κατ' ελάχιστο στο διάστημα αυτό να προσελκύσει, να ενεργοποιήσει και να κινητοποιήσει τις ευρύτερες μάζες των εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων που κινητοποιούνταν στις πανεργατικές – πανελλαδικές κινητοποιήσεις της πρώτης περιόδου. Η πίεση για έναν τέτοιο σκοπό επιβάλλεται να συνεχιστεί γιατί αποδείχθηκε πως μόνο μέσα από τα συνδικάτα και τη μορφή των πανελλαδικών – πανεργατικών κινητοποιήσεων μπορούν να τραβηχτούν πλατύτερες μάζες στο δρόμο του αγώνα. Αυτό έδειξαν, ξανά, οι πανεργατικές απεργιακές κινητοποιήσεις στις 12 Νοέμβρη, 3 Δεκέμβρη του 2015 και ιδιαίτερα η πρόσφατη μεγάλη απεργιακή κινητοποίηση στις 4 Φλεβάρη. Αυτό θα δείξουν και οι επόμενες πανεργατικές απεργίες που αναπόφευκτα θα ξεσπάσουν στο άμεσο μέλλον. Το τελευταίο διάστημα, μπροστά στις δυσκολίες που ορθώνονται για την ανάπτυξη της εργατικής και λαϊκής πάλης και μπροστά στο νέο σκηνικό που διαμορφώθηκε με τις εκλογές του Σεπτέμβρη, ξαναφουντώνουν όλες οι βαθιά λαθεμένες απόψεις που αντιπαλέψαμε σταθερά, τα προηγούμενα χρόνια, για τα συνδικάτα και επινοούνται διάφορα υποκατάστατα, όπως η “πολιτική συνεργασία των δυνάμεων της αριστεράς”, σαν απάντηση για το ξεπέρασμα των δυσκολιών. Ο συμφιλιωτισμός που καλλιεργήθηκε τα προηγούμενα χρόνια απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ στο όνομα της “ενότητας και της συνεργασίας των δυνάμεων της αριστεράς”, ασκώντας μια ιδιαίτερη αρνητική επίδραση στο κίνημα και τους αγώνες, πάει να αναπαραχθεί ξανά τώρα απέναντι σε νέους επίδοξους “αριστερούς” διαχειριστές της κυβερνητικής εξουσίας. Η υποχώρηση των μαζικών πανεργατικών κινητοποιήσεων άρχισε μετά τις εκλογές του 2012, όταν αναδείχθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ αξιωματική αντιπολίτευση και άνοιξε ο δρόμος για να διεκδικήσει με αξιώσεις την κυβερνητική εξουσία. Αντί η εκτίναξη ενός κόμματος, που μιλά στο όνομα της Αριστεράς, στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης να δυναμώσει το λαϊκό κίνημα, να πυκνώσει και να μαζικοποιήσει τις λαϊκές κινητοποιήσεις, συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Η λαϊκή οργή και αγανάκτηση από τον καταιγισμό των αντιλαϊκών μέτρων της κυβέρνησης Σαμαρά – Βενιζέλου, που κλιμακώθηκε όλη αυτή την περίοδο, αντί να μετασχηματιστεί σε λαϊκό αγώνα στη βάση ενός σωστού πολιτικού προσανατολισμού, ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να την εκτονώσει και να τη μετασχηματίσει σε παραλυτική εκλογική προσδοκία στη βάση μιας σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής, υποτάσσοντας τους αγώνες στην προοπτική ανόδου του στην κυβερνητική εξουσία, συμβάλλοντας έτσι καθοριστικά στην υπονόμευση, την αποδιοργάνωση και τον αφοπλισμό του εργατικού και λαϊκού κινήματος.

26. Αυτή η αρνητική εξέλιξη, με τη σοβαρή κάμψη των κινητοποιήσεων, καταδείκνυε ότι, πέρα από το άμεσο κινηματικό καθήκον της πάλης για την ανατροπή των βάρβαρων μνημονιακών μέτρων, υπάρχει το καθοριστικό ζήτημα σε ποια γενική πολιτική κατεύθυνση πρέπει να στραφεί το λαϊκό κίνημα και ποιους ευρύτερους πολιτικούς στόχους πρέπει να υπηρετεί. Αν η μαζικότητα αποτελεί προϋπόθεση χωρίς την εκπλήρωση της οποίας κανένας αγώνας δεν μπορεί να αναπτυχθεί αποτελεσματικά, ο σωστός ή όχι πολιτικός προσανατολισμός των αγώνων, είναι αυτός που θα καθορίσει τελικά την προοπτική και την έκβασή τους. Όσο αυτοί οι αγώνες που αναπτύσσονται δεν συνδέονται με μια επαναστατική ιδεολογία και πολιτική που μπορεί βαθμιαία, να τους ενοποιεί, να τους ανυψώνει σε ένα ανώτερο επίπεδο και να τους δίνει αγωνιστικό ταξικό περιεχόμενο, τον αναγκαίο πολιτικό προσανατολισμό και ευρύτερους στόχους, δεν θα ξεφεύγουν από το σημερινό επίπεδο των ρεφορμιστικών αυταπατών και ακόμα χειρότερα μπορεί να χειραγωγηθούν, να λεηλατηθούν και να αξιοποιηθούν από τα αστικά κόμματα για τους δικούς τους αντιλαϊκούς σκοπούς. Στην προηγούμενη φάση η έκβασή τους καθορίστηκε από τον πολιτικό προσανατολισμό του ΣΥΡΙΖΑ, από το πολιτικό περιεχόμενο μιας ψευτοαριστερής, σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης, που κατάφερε να εγκλωβίσει το κίνημα και τους αγώνες στο τέλμα των ρεφορμιστικών αυταπατών και των κάλπικων υποσχέσεων. Βέβαια η γενικότερη υποχώρηση του κινήματος, το χαμηλό επίπεδο συνείδησης και οργάνωσης των μαζών, συνδέεται με μια σειρά παράγοντες που επιδρούν μακροχρόνια, όπως οι βαθιά αρνητικές επιδράσεις που έχει αφήσει στο σώμα του μαζικού κινήματος η πολύχρονη κυριαρχία του κυβερνητικού και ρεφορμιστικού συνδικαλισμού της “ταξικής συμφιλίωσης”, η υπόσκαψη και διάβρωση του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος που έχει προκαλέσει η πολύχρονη κυριαρχία του ρεβιζιονισμού και η καπιταλιστική παλινόρθωση, τα προβλήματα και οι μεγάλες αδυναμίες των αγωνιστικών – ταξικών δυνάμεων, τελικά η έλλειψη ενός πραγματικά επαναστατικού φορέα με ισχυρούς δεσμούς και μαζική επιρροή στο λαό που θα μπορούσε να δώσει μια σταθερή προοπτική στους λαϊκούς και εργατικούς αγώνες. Αυτή ακριβώς η κατάσταση καθορίζει τους αρνητικά διαμορφωμένους συσχετισμούς δυνάμεων σε βάρος του λαϊκού, αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος και ερμηνεύει την αδυναμία ανατροπής των αντεργατικών μέτρων και της κυβερνητικής πολιτικής, καλλιεργώντας κάθε είδους συγχύσεις, απογοητεύσεις και ηττοπάθειες.

27. Οι γενικές κατευθύνσεις της πάλης, που ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες του κινήματος και υπηρετούν όχι μόνο το στόχο μιας άμεσης προσπάθειας για την απόκρουση των αντιλαϊκών μέτρων, αλλά και την προώθηση των μακροπρόθεσμων στόχων του κινήματος, θα ανοίξουν το δρόμο στην πορεία των λαϊκών αγώνων, μέσα από επίμονες και αναπόφευκτες συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις με σοσιαλδημοκρατικές, ρεβιζιονιστικές θέσεις και πρακτικές που εκφράζονται από καθορισμένες πολιτικές δυνάμεις και ρεύματα που αναφέρονται στην Αριστερά και το κομμουνιστικό κίνημα. Με την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση δυνάμωσαν απότομα οι τάσεις ιδεολογικοπολιτικής συμπόρευσης και συγχώνευσης, και μια σειρά δυνάμεις, συνιστώσες και μη, προσδέθηκαν με τον ένα ή άλλο τρόπο στο ρεφορμιστικό άρμα του. Από όλες αυτές τις δυνάμεις και σε όλη αυτή την περίοδο διαδόθηκε ένα πέλαγος ρεφορμιστικών αυταπατών για τους “νέους ελπιδοφόρους σωτήρες” και ασκήθηκαν μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές πιέσεις για την “ενότητα και συνεργασία της Αριστεράς”, για να συρθούν, δηλαδή, αγωνιστικές δυνάμεις και να υποταχθούν στη σοσιαλδημοκρατική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ. Το Μ-Λ ΚΚΕ με τις αποφάσεις και κατευθύνσεις του 5ου Συνεδρίου δυνάμωσε το μέτωπο αντιπαράθεσης τόσο απέναντι στο αντιλαϊκό περιεχόμενο της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, το ρόλο και το χαρακτήρα του, όσο και ενάντια στις βαθιά λαθεμένες, οππορτουνιστικές αντιλήψεις και πρακτικές πολιτικής συνεργασίας με τον ΣΥΡΙΖΑ, που υποστήριζαν μια σειρά δυνάμεις, προβάλλοντας τις πραγματικές διαχωριστικές γραμμές και αναδεικνύοντας τους ριζικά διαφορετικούς πολιτικούς προσανατολισμούς που υπάρχουν στο κίνημα. Υπογράμμιζαν συμπερασματικά οι αποφάσεις του 5ου Συνεδρίου για την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, την πολλά υποσχόμενη «αριστερή κυβέρνηση» που ερχόταν, και τα καθήκοντά μας σχετικά με αυτά: “Σε αυτές τις συνθήκες, όπου ο ΣΥΡΙΖΑ με το αριστερό προσωπείο του προετοιμάζεται μεθοδικά, και η ηγεσία του επισκέπτεται και υποβάλλει τα διαπιστευτήριά της στους εκπροσώπους των κυβερνήσεων της Γερμανίας και των ΗΠΑ, στους Ράιχενμπαχ και στους πρέσβεις των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για να εξασφαλίσει την εύνοια και τη στήριξή τους, αποτελεί βασικό καθήκον να δυναμώσουμε αποφασιστικά την πάλη ενάντια στη φιλοαστική, φιλοϊμπεριαλιστική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, να αντιπαλέψουμε τον πραγματικό χαρακτήρα της πολιτικής του, να καταπολεμήσουμε τις αυταπάτες και ψευδαισθήσεις που καλλιεργεί σε πλατιές λαϊκές μάζες και τις κάλπικες διακηρύξεις του για μια “αριστερή κυβέρνηση”, έτσι ώστε να μην παγιδευτεί ο λαός και να μη γευθεί ξανά τα “αγαθά” μιας ψευτοαριστερής διακυβέρνησης, κομμένης και ραμμένης στις απαιτήσεις και τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού και της ντόπιας ολιγαρχίας”. Και στη βάση αυτής της κεντρικής εκτίμησης, αντικρούοντας τις θέσεις που καλλιεργούσαν τον συμφιλιωτισμό απέναντι στην πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, καθόριζε το 5ο Συνέδριο τη θέση του Μ-Λ ΚΚΕ για το ζήτημα των κεντρικών πολιτικών συνεργασιών: “ Όχι μόνο δεν μπορεί να γίνει καμιά κεντρική πολιτική συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όπου οι πολιτικοί μας προσανατολισμοί διαφέρουν ριζικά, αλλά θα πρέπει να ενταθεί η αντιπαράθεση ενάντια στην πολιτική και τις θέσεις τους πάνω στα βασικά ζητήματα και, ιδιαίτερα, ενάντια στον σοσιαλδημοκρατικό ΣΥΡΙΖΑ που καθημερινά δίνει εξετάσεις στους ξένους και ντόπιους εκμεταλλευτές και δυνάστες του λαού και προετοιμάζεται, ανυπόμονα, να αναλάβει για λογαριασμό τους την κυβερνητική εξουσία”. Σε αυτήν τη γενική πολιτική κατεύθυνση πάλεψε το Μ-Λ ΚΚΕ, δυναμώνοντας το μέτωπο αντιπαράθεσης ενάντια στην πολιτική αυτών των φορέων, απορρίπτοντας ετερόκλητες και έξω από αρχές συνεργασίες και αντιτάσσοντας την ανάγκη κεντρικής πολιτικής συνεργασίας των δυνάμεων της πραγματικής αριστεράς.


Σημαντική κατάκτηση για την υπόθεση του λαϊκού, αριστερού, αντιιμπεριαλιστικού κινήματος η δημιουργία και η αγωνιστική δράση της ΛΑ-ΑΑΣ

 28. Οι κρίσιμες πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων χρόνων έθεσαν στην ημερήσια διάταξη, με ιδιαίτερα επιτακτικό τρόπο, το καθήκον της συνένωσης των προσπαθειών της κεντρικής πολιτικής συνεργασίας του Μ-Λ ΚΚΕ και του ΚΚΕ(μ-λ), της ενίσχυσης μέσα στο κίνημα, του ευρύτερου λαϊκού, αντιιμπεριαλιστικού, επαναστατικού προσανατολισμού που υπηρετούν δεκαετίες. Και σε αυτή την επιτακτική ανάγκη οι δύο οργανώσεις ανταποκρίθηκαν θετικά. Φέτος τον Απρίλη, συμπληρώνονται τέσσερα χρόνια από τη δημιουργία της ΠΑΑΣ και στη συνέχεια της Λαϊκής Αντίστασης- Αριστερής Αντιιμπεριαλιστικής Συνεργασίας (ΛΑ-ΑΑΣ) που αποτέλεσαν καρπό αυτής της πολιτικής συνεργασίας. Οι δύο οργανώσεις μέσα από την πανελλαδική δράση της ΛΑ-ΑΑΣ δίνουν καθημερινά τη μάχη, αφιερώνοντας όλες τις δυνάμεις τους για να στηρίξουν και να ενισχύσουν την αντίσταση, τους αγώνες της εργατικής τάξης και του λαού μας, ενάντια στα βάρβαρα μνημόνια των κυβερνήσεων της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης και των ξένων αφεντικών της, ενάντια στη ληστρική καπιταλιστική και ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση, καταπίεση και εξάρτηση. Τέσσερα χρόνια το ΚΚΕ(μ-λ) και το Μ-Λ ΚΚΕ έδωσαν από κοινού κεντρικές πολιτικές μάχες με την ενιαία κάθοδό τους σε όλες τις βουλευτικές εκλογές, καθώς και στη μάχη της αποχής από το κάλπικο δημοψήφισμα, στη βάση ενός κεντρικού πολιτικού προσανατολισμού που κατοχύρωνε τον ανεξάρτητο πολιτικό ρόλο και τη δράση τους, κόντρα στην πολιτική του συμβιβασμού και της συνθηκολόγησης, και άφηνε μια αγωνιστική παρακαταθήκη για την επόμενη περίοδο. Η πολιτική συνεργασία των δύο οργανώσεων δεν αποτέλεσε ευκαιριακή συμπόρευση, αλλά καρπό κοινών βασικών εκτιμήσεων, κατευθύνσεων και πολιτικών στόχων σε κεντρικά ζητήματα, που δοκιμάζονται καθημερινά στο στίβο του πολιτικού αγώνα, και γι' αυτό ακριβώς έχει ουσιαστική συνέχεια μέχρι σήμερα, χαράσσοντας μιαν ελπιδοφόρα σταθερή προοπτική και επιβεβαιώνοντας πως μπορεί να εκφράσει ανάγκες και απαιτήσεις του λαϊκού αγώνα και της ταξικής πάλης. Παρά τις αναπόφευκτες δυσκολίες και τα προβλήματα που προέκυψαν το διάστημα αυτό, παρά τις εκφρασμένες διαφορές απόψεων που υπάρχουν, ορισμένες μάλιστα σε σημαντικά ζητήματα, οι δυο οργανώσεις κατάφεραν να ξεπεράσουν τα εμπόδια και τις αρνητικές καταστάσεις που πήγαν να δημιουργηθούν, άνοιξαν ένα δρόμο και χάραξαν μια βασική κατεύθυνση, στέλνοντας μήνυμα πως οι δυνάμεις του μαρξιστικού- λενινιστικού κινήματος είναι εδώ, μάχιμες μπροστά στις πολιτικές εξελίξεις, παλεύοντας να συσπειρώσουν και να εμπνεύσουν ευρύτερες δυνάμεις, να διαδώσουν το δικό τους μήνυμα μέσα στους αγώνες, το λαό και την Αριστερά. Σε αυτή την κατεύθυνση πρέπει να προχωρήσουμε και στηριγμένοι σε όσα έχουν κατακτηθεί μέχρι σήμερα να επιχειρήσουμε ακόμα πιο ουσιαστικά και αποφασιστικά βήματα την επόμενη περίοδο.

Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του Μ-Λ ΚΚΕ (ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ- ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ)

Β. ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Για έκτη χρονιά συνεχίζεται το εφιαλτικό μνημονιακό κάτεργο


12. To 2016 είναι η έκτη χρονιά εφαρμογής των μνημονίων που οδήγησαν το λαό μας στη φτώχεια, την εξαθλίωση και την ανεργία, ξεθεμελίωσαν τη δημόσια Παιδεία, Υγεία και Πρόνοια, βάθυναν την εξάρτηση και επέβαλαν, τελικά, τη νεοαποικιακή υποδούλωση της χώρας μας στους ιμπεριαλιστές δανειστές. Μια γενικευμένη επίθεση πρωτοφανούς σκληρότητας ξεκίνησε με το πρώτο μνημόνιο, το Μάη του 2010, και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, προξενώντας τις μεγαλύτερες, μεταπολεμικά, αντιδραστικές ανατροπές στη χώρα, βυθίζοντάς την σε μια ολόπλευρη οικονομική, πολιτική και κοινωνική κρίση. Στο διάστημα αυτό, τα μνημόνια διαδέχονται το ένα το άλλο. Κάθε σειρά εξοντωτικών αντιλαϊκών μέτρων αποτελεί τον προθάλαμο για την επόμενη. Το 2016, με το τρίτο μνημόνιο, η αντιλαϊκή καταιγίδα συνεχίζεται και ενισχύεται. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ισοπεδώνει ό,τι έχει μείνει όρθιο από τα δυο πρώτα μνημόνια, δίνει τη χαριστική βολή στο εργατικό και λαϊκό εισόδημα, την κοινωνική ασφάλιση, τις δημοκρατικές και εργατικές κατακτήσεις, βγάζει στο σφυρί τη λαϊκή κατοικία. Και, συνεχίζοντας την καταστροφική πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων, ξεπουλά τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις υποδομές της χώρας και τις παραδίδει στα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα σε εξευτελιστικές τιμές. Οι Ευρωπαίοι και Αμερικάνοι ιμπεριαλιστές, μέσα από την ασφυκτική εποπτεία και έλεγχο του λεγόμενου κουαρτέτου (ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ-ESM), απαιτούν την απαρέγκλιτη τήρηση των μνημονιακών δεσμεύσεων και μεθοδεύουν νέα σκληρότερα αντιλαϊκά και αντεργατικά μέτρα. Η κρίση στην ελληνική καπιταλιστική οικονομία βαθαίνει και οι εκτιμήσεις και οι προβλέψεις για τη διάρκεια και την έντασή της είναι δυσοίωνες. Πολύ περισσότερο, όταν οι ενδείξεις για ένα νέο κύκλο της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης ενισχύονται. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα, μέσα σε ένα γεωπολιτικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από αστάθεια, σφοδρούς ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και πολεμικές συγκρούσεις, μπαίνει και πάλι στο μάτι του κυκλώνα, καθώς βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του πυρός όσον αφορά τα πρωτοφανή σε διάσταση προσφυγικά ρεύματα. Καθώς οι φράκτες προς την ΕΕ υψώνονται ο ένας μετά τον άλλο, η χώρα μετατρέπεται σε ένα απέραντο στρατόπεδο εγκλωβισμού προσφύγων, με τα δεκάδες hot spots που δημιουργούνται σε όλη την επικράτεια, ενώ στις θάλασσές της η τραγωδία με τα ταξίδια θανάτου των απελπισμένων, ξεριζωμένων από τους ματωμένους τόπους τους, προσφύγων, δεν έχουν τέλος. Σε μια χώρα υποχείριο των ιμπεριαλιστών, το Προσφυγικό ζήτημα αποτελεί έναν επιπλέον μοχλό ασφυκτικών πιέσεων, εκβιασμών και επιβολής των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων, ένα ακόμη εργαλείο εναντίον της χώρας και του λαού. Η οικονομική και η προσφυγική κρίση δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα. Μια ιδιαίτερα επικίνδυνη κατάσταση διαμορφώνεται.

13. Η περίοδος που διανύουμε είναι πυκνή σε πολιτικές διεργασίες. Σοβαρές εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις δρο­μολογούνται. Η αστάθεια, οι ανακατατάξεις και οι ανατροπές, η διευρυνόμενη σήψη και τα διαλυτικά φαινόμενα και αδιέξοδα του ντόπιου αστικού πολιτικού συστήματος -που τώρα έχει ενσωματώσει και την ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ- εντείνονται. Στα έξι χρόνια της μνημονιακής βαρβαρότητας, η πολιτική κρίση μαίνεται και καταπίνει πρωθυπουργούς, κόμματα, κυβερνήσεις. Έξι κυβερνήσεις, με τη σημερινή, σε έξι χρόνια! Ο παλιός ισχυρός δικομματισμός (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ) που κυριάρχησε στη μεταπολιτευτική περίοδο, εξασφαλίζοντας την πολιτική σταθερότητα του αστικού συστήματος με την εναλλαγή των δυο αυτών κομμάτων στην κυβερνητική εξουσία, κατέρρευσε. Ο νέος διπολισμός (ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ), με τον οποίο η ντόπια ολιγαρχία και οι ξένοι ιμπεριαλιστές επιχειρούν να αντιμετωπίσουν τη βαθιά και γενικευμένη αστική πολιτική κρίση, δεν μπορεί, επίσης, να εξασφαλίσει πολιτική σταθερότητα. Οι εντολοδόχοι των δανειστών και διεκπεραιωτές των μνημονίων εισέπραξαν και εισπράττουν το τίμημα της υποταγής τους σε μιαν ακραία αντιλαϊκή πολιτική, που έχει σωρεύσει μόνο δεινά και δυστυχία στον ελληνικό λαό. Οι κλυδωνισμοί, η αποσύνθεση, οι διασπάσεις, η λαϊκή απαξίωση και περιφρόνηση, θέτουν σε δοκιμασία όλα τα κόμματα που ψήφισαν και εφάρμοσαν μνημόνια. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο επόμενος κρίκος στην αντιλαϊκή αυτήν αλυσίδα. Οι συνεχείς τριγμοί στις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ, η εξελισσόμενη συρρίκνωσή του με αποστασιοποιήσεις και αποχωρήσεις μετά τη διάσπασή του, και τα εντεινόμενα εκφυλιστικά φαινόμενα, είναι το αναπόδραστο αποτέλεσμα της υποταγής και παράδοσής του στον ιμπεριαλισμό και την ολιγαρχία. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ χάνει, με αυξανόμενη ταχύτητα, τη δυναμική της. Μπροστά στο διαγραφόμενο κίνδυνο μιας νέας πολιτικής αποσταθεροποίησης, τα αστικά και ιμπεριαλιστικά επιτελεία προσπαθούν να ανασυντάξουν τις αστικές πολιτικές δυνάμεις και να δημιουργήσουν νέες πολιτικές εφεδρείες, ώστε να χειραγωγήσουν τις πολιτικές εξελίξεις και να εγκλωβίσουν το λαό σε πολιτικές επιλογές που διασφαλίζουν τη συνέχιση της αντιλαϊκής επέλασης μέσα από νέα κυβερνητικά σχήματα, «οικουμενικής» ή όποιας άλλης μορφής και σύνθεσης. Η στήριξη της υποψηφιότητας του Κυριάκου Μητσοτάκη στην αρχηγία της ΝΔ από ισχυρά ιμπεριαλιστικά και ντόπια κέντρα, η αμφισβήτηση της πολιτικής ηγεμονίας του Α. Τσίπρα και η διαμόρφωση κλίματος δυναμικής επανόδου της ΝΔ, οι προσπάθειες ανασύνταξης του παραδοσιακού πολιτικού χώρου της σοσιαλδημοκρατίας, σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται. Το σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης δεν μπορεί και δεν πρόκειται να εξασφαλίσει συνθήκες πολιτικής σταθερότητας όσο διαρκεί αυτή η ανελέητη επίθεση εναντίον του λαού και της χώρας. Το χάσμα ανάμεσα στο λαό και την ελληνική ολιγαρχία και τον ιμπεριαλισμό θα διευρύνεται.

Συμβιβασμός και συνθηκολόγηση μπροστά στις προσταγές και τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών


14. Έκλεισε ένας χρόνος από την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και το σχηματισμό κυβέρνησης με τη συμβολή του αντιδραστικού και εθνικιστικού μορφώματος των ΑΝΕΛ. Ένας χρόνος εξαιρετικά πυκνός σε πολιτικές εξελίξεις. Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ξεκίνησε με τα απατηλά συνθήματα περί «ελπίδας, περηφάνιας και αξιοπρέπειας», διακηρύσσοντας την «ιστορική νίκη της Αριστεράς» και το «οριστικό κλείσιμο της πόρτας στο παρελθόν». Στην πορεία, μέσα από ελιγμούς, λεονταρισμούς και ψευδολογίες, ολοκληρώθηκε η «ρεαλιστική προσαρμογή» και η «βίαιη ωρίμανση» του πρωθυπουργού Α. Τσίπρα και της ηγετικής ομάδας που τον πλαισιώνει. Ο ΣΥΡΙΖΑ συνθηκολόγησε και υποτάχθηκε στο σφυροκόπημα των δανειστών και τις εντολές της ντόπιας ολιγαρχίας. Προκήρυξε ένα ναρκοθετημένο δημοψήφισμα και το χρησιμοποίησε σαν όχημα αντιδραστικών εξελίξεων, μετατρέποντας το ΟΧΙ σε ΝΑΙ στο τρίτο βάρβαρο μνημόνιο. Και πέρασε στο λαό νέα θηλιά (86 δις €) με την αποφασιστική στήριξη του μπλοκ του ΝΑΙ, των κομμάτων της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού. Αφού διασπάστηκε, οδήγησε τη χώρα σε νέες εκλογές το Σεπτέμβρη και, μετά την εκλογική του νίκη, πρόταξε τη «δεύτερη ευκαιρία», που του δόθηκε, για να νομιμοποιήσει τη συνθηκολόγηση και την υποταγή του στους ιμπεριαλιστές και να δικαιολογήσει τη μνημονιακή επέλαση με αριστερά εύσημα και αριστερό περιτύλιγμα. Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μετά την υπογραφή του τρίτου μνημονίου και τα εκατοντάδες προαπαιτούμενα που ψήφισε στη Βουλή εν ριπή οφθαλμού, με «κατεπείγουσες» διαδικασίες, καταλύοντας κάθε έννοια δημοκρατίας, προωθεί νέα σκληρότατα αντιλαϊκά μέτρα. Η επίθεση που, εδώ και έξι χρόνια, λεηλατεί το σύνολο των καταπιεζόμενων και εκμεταλλευόμενων στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας (εργατική τάξη, αγροτιά, μικρομεσαία στρώματα της πόλης) συνεχίζεται, φτωχοποιώντας πλατιά εργατολαϊκά στρώματα και οξύνοντας τις ταξικές αντιθέσεις. Η δήθεν σκληρή διαπραγμάτευση, κάθε φορά, καταλήγει στην προσαρμογή και υποταγή των κυβερνητικών εντολοδόχων στις επιδιώξεις και προσταγές των δανειστών. Η φοροεπιδρομή κλιμακώνεται, αρπάζοντας τα τελευταία υπολείμματα του λαϊκού εισοδήματος. Οι αντιδραστικές μεγάλες ανατροπές στο ασφαλιστικό και τα εργασιακά, καθώς και το χτύπημα της φτωχομεσαίας αγροτιάς, βρίσκονται μπροστά μας. Οι πλειστηριασμοί και το ξεσπίτωμα δεκάδων χιλιάδων λαϊκών οικογενειών ακολουθούν, με τα αρπακτικά distress funds να καραδοκούν για τη λεία. Οι συντάξεις πείνας γενικεύονται, τα εργατικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα και κατακτήσεις που έχουν απομείνει απειλούνται με αφανισμό.

15. Η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ υπερθεμάτισε στη στρατηγική της ελληνικής ολιγαρχίας για ένταξη στην ΕΕ και την Ευρωζώνη και συστρατεύθηκε στο δόγμα του «ανήκομεν εις την Δύσιν». Αποδεχόμενη πλήρως το πλαίσιο της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης της Ελλάδας από ΕΕ, ΗΠΑ και ΝΑΤΟ, νομιμοποίησε και δικαίωσε τα αστικά ιδεολογήματα και όλο το ντόπιο πλέγμα της υποτέλειας και της υποταγής στους κυρίαρχους δυνάστες. Πρόβαλε τον κάλπικο ισχυρισμό πως οι ιμπεριαλιστές δανειστές είναι εταίροι και ισότιμοι συνομιλητές και σκόρπισε αυταπάτες με την προπαγάνδα της για τη δήθεν αλληλεγγύη σε μια «Ευρώπη που αλλάζει». Στην πραγματικότητα, γονάτισε μπροστά στην ισχύ της Μέρκελ και της ηγεμονικής Γερμανίας και υπέγραψε το τρίτο μνημόνιο, παρουσιάζοντάς το σαν λαϊκή εντολή και αδιαμφισβήτητο μονόδρομο. Υποκλίθηκε και εξάγνισε την υπερδύναμη των ΗΠΑ και τον πλανητάρχη Ομπάμα, υποτασσόμενη στα συμφέροντα και τις επιδιώξεις του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Σε μια αλλοπρόσαλλη, μάλιστα, και τυχάρπαστη προσπάθεια αναζήτησης στηριγμάτων στις ξένες δυνάμεις και δήθεν εκμετάλλευσης των αντιθέσεών τους, έμπλεξε τη χώρα στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς και ανταγωνισμούς και την έσπρωξε πιο βαθιά στο ναρκοπέδιο των σφοδρών ιμπεριαλιστικών συγκρούσεων. Ο εξωραϊσμός των ΗΠΑ, της ΕΕ και όλων των μηχανισμών ιμπεριαλιστικής επιβολής δε συνιστούν πλάνη και αυταπάτη, αλλά συνειδητή επιχείρηση εξαπάτησης του λαού. Μια προσπάθεια άμβλυνσης των αντιιμπεριαλιστικών αισθημάτων του, δημιουργίας κλίματος συμφιλιωτισμού με τους δυνάστες του και υπονόμευσης των αντιιμπεριαλιστικών αγώνων.

Ψευτοαριστερή διακυβέρνηση στην υπηρεσία του ιμπεριαλισμού και της ντόπιας ολιγαρχίας


16. Σε μια περίοδο βαθιάς κρίσης και σοβαρών αδιεξόδων του αστικού πολιτικού συστήματος, ο ΣΥΡΙΖΑ, αφού πρώτα έδωσε τις απαραίτητες διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις, αναδείχθηκε και χρησιμοποιήθηκε σαν η πολιτική εκείνη δύναμη που θα μπορούσε να δώσει πολύτιμες ανάσες και διέξοδο στο σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Ο ρεφορμισμός, πάντοτε, παίζει το ρόλο του αναχώματος της λαϊκής ριζοσπαστικοποίησης, λειτουργεί σαν πυροσβέστης του λαϊκού κινήματος, αποτελεί εργαλείο της αστικής τάξης για τον ιδεολογικό και πολιτικό αφοπλισμό του λαού και την ενίσχυση της εξουσίας της. Ο ΣΥΡΙΖΑ ενσάρκωσε ελπίδες και καλλιέργησε προσδοκίες που δημιούργησαν συνθήκες εκτόνωσης, αποπροσανατολισμού και αποδιοργάνωσης του λαϊκού κινήματος. Πολύ σύντομα, λόγω των κρίσιμων καταστάσεων και των ωμών ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, μετατράπηκε σε ένα τυπικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, πειθήνιο διεκπεραιωτή των εντολών των δανειστών, διαψεύδοντας τις ανεδαφικές λαϊκές προσδοκίες, διαλύοντας ρεφορμιστικές πλάνες και αυταπάτες και δίνοντας τα προσχήματα στις αντιδραστικές δυνάμεις να διατρανώνουν την καθολική επικράτηση του αστικού ιδεολογήματος για το μονόδρομο των μνημονίων και της πολιτικής της υποτέλειας. Συνεχίζοντας να παριστάνει το αριστερό πολιτικό κόμμα και τον υπερασπιστή των λαϊκών συμφερόντων, ενώ βουλιάζει, όλο και πιο βαθιά, στο θλιβερό ρόλο του, προσφέρει και άλλες πολύτιμες υπηρεσίες στους εχθρούς του λαού. Δυσφημίζει και αμαυρώνει την ιδεολογία και την πολιτική της Αριστεράς. Προσφέρει την ευκαιρία στη Δεξιά και σ' όλες τις αντικομμουνιστικές δυνάμεις (που για ευνόητους λόγους ταυτίζουν το ΣΥΡΙΖΑ με την Αριστερά) να ανεμίζουν τις ψεύτικες υποσχέσεις του και τις αντιλαϊκές του πράξεις για να συκοφαντήσουν και να χτυπήσουν την ιστορία, την πολιτική, την ιδεολογία και το όραμα του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος. Η ολοκληρωτική ιδεολογική και πολιτική χρεοκοπία του ρεφορμιστικού αφηγήματος και εγχειρήματος της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ χρησιμοποιείται για την εδραίωση και ενίσχυση της αστικής ιδεολογίας και πολιτικής, τροφοδοτώντας παράλληλα ένα χυδαίο αντικομμουνισμό.

17. H ενίσχυση της αντιλαϊκής επίθεσης από τη συγ­κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ εξάντλησε, ταχύτατα, τη λαϊκή ανοχή απέναντί της. Η δυνατότητά της να αποπροσανατολίζει, να εκτονώνει και να ενσωματώνει το εργατικό και ευρύτερο λαϊκό κίνημα δέχεται τα πρώτα σοβαρά πλήγματα. Πλατιά λαϊκά στρώματα, που πίστεψαν στον ΣΥΡΙΖΑ και τον στήριξαν, αφυπνίζονται και αποδεσμεύονται από την επιρροή του. Οι μύθοι και οι πλάνες τελειώνουν. Μετά από μια μεγάλη περίοδο υποχώρησης και αυταπατών, οργανώνονται οι πρώτες μαζικές εργατολαϊκές κινητοποιήσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ έρχεται αντιμέτωπος με τη λαϊκή οργή και τους λαϊκούς αγώνες. Εργαζόμενοι, αγρότες, ελεύθεροι επαγγελματίες, νεολαίοι, συνταξιούχοι, βγαίνουν μαζικά στους δρόμους του αγώνα για να φρενάρουν την αντιλαϊκή επίθεση. Το πολιτικό κεφάλαιο του Α. Τσίπρα συρρικνώνεται με γοργούς ρυθμούς. Η κυβέρνησή του έχει μπει σε τροχιά φθοράς, εγκλωβισμένη στις συμπληγάδες της διευρυνόμενης λαϊκής αποδοκιμασίας και κινητοποίησης και της εκβιαστικής αδιαλλαξίας των ιμπεριαλιστών του ΔΝΤ και της ΕΕ. Η θλιβερή επίκληση ενός «success story», κατά τα πρότυπα του Α. Σαμαρά, και η θρασύτατη προπαγάνδα για μέτρα υπέρ των «φτωχών και αδυνάτων», έχουν σκοπό από τη μια να εξευμενίσουν τους δανειστές και την ελληνική ολιγαρχία και από την άλλη να διοχετεύσουν κλίμα αισιοδοξίας και νέων προσδοκιών στο λαό, ώστε να κατευναστεί η λαϊκή οργή και να διασωθεί η εύθραυστη κυβερνητική εξουσία. Δεν ανταποκρίνονται σε καμία πραγματικότητα. Παράλληλα, η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να αναβιώσει και να προτάξει το δίπολο Αριστερά-Δεξιά για να συντηρήσει τον αποπροσανατολισμό και τον εγκλωβισμό πλατιών λαϊκών στρωμάτων στην επιρροή της, μέσω μιας ψευδεπίγραφης πόλωσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ, όμως, έχει αδιάψευστα αποδείξει, στον ένα χρόνο της κυβερνητικής του θητείας, πως δεν είναι Αριστερά. Μετά την ταπεινωτική του συνθηκολόγηση και την οριστική προσχώρησή του στο αντιλαϊκό μέτωπο των μνημονιακών δυνάμεων, είναι μαζί με τη ΝΔ στο ίδιο αντιλαϊκό μέτωπο, απέναντι και ενάντια στο λαό. ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ είναι συνένοχοι και ιμάντες επιβολής των ιμπεριαλιστικών σχεδίων που έχουν βυθίσει το λαό μας στη φτώχεια, την εξαθλίωση και την ανεργία, έχουν καταλύσει κάθε έννοια δημοκρατίας και εθνικής ανεξαρτησίας, έχουν χαλκεύσει νέα πιο βαριά δεσμά εξάρτησης. Και οι δυο έχουν βάλει την υπογραφή τους κάτω από το τρίτο μνημόνιο και έχουν δεσμευτεί ότι θα το εφαρμόσουν.

Δουλικός υπηρέτης του ιμπεριαλισμού, η ΝΔ, επιχειρεί να εξωραΐσει το αντιλαϊκό της πρόσωπο και σχεδιάζει την επάνοδό της στην κυβερνητική εξουσία



18. Η ΝΔ, παρά την ήττα της στις δυο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις, έχει συγκρατήσει τις βασικές της δυνάμεις και εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό, διαχρονικά, πολιτικό εκφραστή των συμφερόντων της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού. Είναι μια αντιδραστική πολιτική δύναμη που υπηρέτησε σαν κυβέρνηση, αλλά και σαν αντιπολίτευση, πιστά, το καθεστώς της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Συγκυβερνώντας με το ΠΑΣΟΚ, επί πρωθυπουργίας Α. Σαμαρά, υπηρέτησε δουλικά τις εντολές των δανειστών, υπογράφοντας και εφαρμόζοντας το δεύτερο μνημόνιο. Από τη θέση τής αξιωματικής αντιπολίτευσης, ψήφισε το τρίτο μνημόνιο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και, τώρα, εμφανίζεται σαν ο κύριος εγγυητής της μνημονιακής αντιλαϊκής επέλασης. Πανηγυρίζει με τη συνθηκολόγηση και την προσχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ στις μνημονιακές δυνάμεις και επιχειρεί να την εμφανίσει σα χρεοκοπία της Αριστεράς και του «άλλου δρόμου», υιοθετώντας με τη σειρά της, απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, το δίπολο Δεξιά-Αριστερά, και επιστρατεύοντας μια αντιδραστική προπαγάνδα με ιδεολογικά πυρά. Το κόμμα της ΝΔ, αφού απειλήθηκε με διάσπαση και διασύρθηκε, μετά το φιάσκο της πρώτης εκλογικής απόπειρας για την ανάδειξη νέου αρχηγού, περισώθηκε και τώρα ανασυντάσσεται. Ισχυρά ντόπια και ξένα κέντρα στήριξαν την υποψηφιότητα Κυρ. Μητσοτάκη με απροκάλυπτες παρεμβάσεις. Με την εκλογή του, τελικά, στην αρχηγία της ΝΔ τον χρίζουν, αμέσως, εκλεκτό τους και διαμορφώνουν πολιτικό κλίμα δυναμικής επανόδου της. Τώρα, το κόμμα της Δεξιάς προβάλλεται σαν η πλέον σοβαρή και αξιόπιστη εναλλακτική κυβερνητική λύση. Τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού και της ντόπιας ολιγαρχίας απαιτούν, μετά την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, ο δεύτερος ισχυρός πυλώνας του αστικού πολιτικού συστήματος να διασωθεί και να σταθεροποιηθεί σε αυτόν το ρόλο. Έτσι, η μέχρι πριν λίγο παραπαίουσα ΝΔ αναγορεύεται σε ισχυρό διεκδικητή της κυβερνητικής εξουσίας. Τα αστικά επιτελεία, προετοιμάζοντας την επάνοδό της στη διακυβέρνηση της χώρας, επιχειρούν να προσδώσουν ένα «σύγχρονο», «μεταρρυθμιστικό», «κεντροδεξιό» προφίλ στον Κυρ. Μητσοτάκη και, κατ΄επέκταση, στη νέα ΝΔ που θα προκύψει κάτω από την ηγεσία του. Είναι μια ενορχηστρωμένη προσπάθεια εξωραϊσμού και συγκάλυψης του πραγματικού βαθιά αντιλαϊκού και ξενόδουλου χαρακτήρα αυτού του κόμματος. Όποιες αλλαγές, εφόσον προκύψουν, θα είναι σε αντιδραστική κατεύθυνση, θα υπηρετούν τις επιδιώξεις και τους προσανατολισμούς της ντόπιας ολιγαρχίας και του ιμπεριαλισμού. Το παρελθόν και το παρόν της ΝΔ το πιστοποιούν.

Συμπληρώματα και δεκανίκια μνημονιακών κυβερνήσεων

19. Αναταράξεις, διαγραφές και ανοιχτή κρίση διαπερνούν το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι. Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζει εικόνα μη αναστρέψιμης παρακμής, σημάδια κατάρρευσης. Αναγκάζεται να καταφεύγει σε αλλεπάλληλες μεταμφιέσεις, όπως Κίνηση των 58 και Ελιά πριν, Δημοκρατική Συμπαράταξη τώρα με τα υπολείμματα της ΔΗΜΑΡ. Η νέα αρχηγός του, Φ. Γεννηματά, και άλλες προσωπικότητες του ευρύτερου κεντρώου πολιτικού χώρου, μπροστά στον κίνδυνο διεμβολισμού από τη ΝΔ του Κυρ. Μητσοτάκη και εξαφάνισης του παραδοσιακού πολιτικού χώρου της σοσιαλδημοκρατίας, προτείνουν την ανασύνταξή του μέσω της δημιουργίας ενός νέου ενιαίου πολιτικού φορέα. Το βαρύ αντιλαϊκό παρελθόν, όμως, και η σταθερή προσήλωση του χώρου αυτού στο μνημονιακό μονόδρομο, μαζί με τις μυλόπετρες του νέου διπολισμού που τον συνθλίβουν, δεν δημιουργούν προϋποθέσεις επιτυχίας. Η πιθανότητα να έχει, η πρόταση αυτή, την τύχη ανάλογων εγχειρημάτων του παρελθόντος, που απλώς ανακύκλωσαν το γνωστό φθαρμένο και απαξιωμένο πολιτικό προσωπικό και χρεοκόπησαν, είναι η επικρατέστερη. Το Ποτάμι του Στ. Θεοδωράκη, που το δημιούργησαν και το εκσφενδόνισαν πολιτικά πλασάροντάς το σαν το «φρέσκο», για να αποκαλυφθεί σύντομα η μπαγιάτικη νεοφιλελεύθερη σύνθεση και ψυχή του, μετά την εκλογική του συρρίκνωση και τις πρόσφατες εξελίξεις στη ΝΔ, είναι σε κατάσταση αποσύνθεσης με αβέβαιο μέλλον. Η εκλογική εκτόξευση που έφερε την ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΩΩΝ στη Βουλή μόνο σαν ψήφος καταδίκης του αστικού πολιτικού συστήματος δεν μπορεί να εκληφθεί. Η υποτιθέμενη απαξίωσή του μέσα από την «ψήφο χαβαλέ», στην πραγματικότητα οδηγεί από άλλο δρόμο στην ενίσχυση της μνημονιακής αντιδραστικής πολιτικής, την οποία ο Λεβέντης έρχεται πιστά να υπηρετήσει, αναλαμβάνοντας ρόλο δραστήριου τελάλη μιας «οικουμενικής» κυβερνητικής μνημονιακής λύσης. Οι προσπάθειες σχηματισμού και ανάδειξης πολιτικών εφεδρειών που θα μπορούν να αξιοποιηθούν σαν συμπλήρωμα και δεκανίκι σε μνημονιακές κυβερνήσεις, μιας και η δυνατότητα αυτοδύναμων κυβερνήσεων είναι ανύπαρκτη στη σημερινή φάση, προσκρούουν σε σοβαρές δυσκολίες. Η κρίση του αστικού πολιτικού συστήματος είναι τόσο βαθιά που κάνει ε­ξαι­ρε­τικά δύσκολη τη διαμόρφωση ενός νέου πολιτικού χάρτη που θα εγγυάται τη σταθερότητα στη διαχείριση της διακυβέρνησης μιας χώρας και ενός λαού που βιώνουν με δραματικό τρόπο τα δεσμά του ιμπεριαλισμού και της ντόπιας ολιγαρχίας.

Οι ανοικτοί κήρυκες του φασισμού μόνιμη απειλή για το λαό και το κίνημα

20. Η Χρυσή Αυγή, αν και η δυναμική που είχε πριν τη δολοφονία του Π. Φύσσα και τις αποκαλύψεις που ακολούθησαν ανακόπηκε, εξακολουθεί να διαθέτει μια σοβαρή και σταθερή εκλογική βάση και επιρροή. Παρά την προσπάθεια περιορισμού της φασιστικής της δράσης και επαναπατρισμού των ψηφοφόρων της στη ΝΔ, εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρή απειλή. Και οι δίαυλοι επικοινωνίας και οι δεσμοί τής δήθεν αντισυστημικής Χρυσής Αυγής με μηχανισμούς του αστικού κράτους και παρακράτους εξακολουθούν να παραμένουν. Έχοντας εδραιώσει μια σταθερή εκλογική βάση που την ανέδειξε ξανά τρίτο κόμμα στις τελευταίες εκλογές, συνεχίζει τις φασιστικές προκλήσεις και τους τραμπουκισμούς της. Μασκαρεμένοι οι εκπρόσωποί της με αντιμνημονιακή μπογιά εμφανίζονται σαν οι «τιμωροί» των εκπροσώπων του «συστήματος». Εκφραστές και κήρυκες του αντιδραστικού εθνικισμού, μιας μισσαλόδοξης, σοβινιστικής και αντιμεταναστευτικής υστερίας, επιδίδονται σε ένα αχαλίνωτο πατριδεμπόριο, εργαλείο στα χέρια των τυχοδιωκτικών αντιδραστικών κύκλων που θέλουν να υποδαυλίσουν το εθνικιστικό μίσος ανάμεσα στους λαούς. Η λαϊκή απαίτηση για παραδειγματική τιμωρία των δολοφόνων του Π. Φύσσα και κάθε ενόχου για ρατσιστική και φασιστική βία, η καταδίκη της Χρυσής Αυγής και του αντικομμουνισμού, η σταθερή πάλη ενάντιά τους, πρέπει να δυναμώσουν και να συνδυαστούν με την αποφασιστική καταδίκη του ιμπεριαλισμού, της ντόπιας ολιγαρχίας και των κυβερνήσεών τους που με την πολιτική τους θρέφουν το φασισμό.


Το πραγματικό περιεχόμενο της πολιτικής του ΚΚΕ, κράμα αγιάτρευτου ρεφορμισμού και επαναστατικής λογοκοπίας

21. Αν από τη μια πλευρά ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένθερμος υπερασπιστής και απολογητής της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας της ΕΕ, από την άλλη το ΚΚΕ όχι μόνο δεν κάνει αγώνα για να σπάσουν τα δεσμά του ιμπεριαλισμού, αλλά αντίθετα καταδικάζει όσους μάχονται ενάντια στην εξάρτηση και την υποτέλεια και για την κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας. Προβάλλοντας εξωφρενικές ψευτοθεωρίες περί “ιμπεριαλιστικής Ελλάδας”, αρνείται και θεωρεί ξένο προς τα λαϊκά συμφέροντα, παρωχημένο και εκτός εποχής, τον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία. Στην πραγματικότητα, η ηγεσία του ΚΚΕ εξωραΐζει το σημερινό σύστημα της εξάρτησης και της υποτέλειας, παραγνωρίζει και συγκαλύπτει την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική κυριαρχία του ιμπεριαλισμού και την αφήνει στο απυρόβλητο, στο όνομα ενός κούφιου αντικαπιταλισμού τροτσκιστικής έμπνευσης. Το ΚΚΕ για δεκαετίες είχε εγκαταλείψει τους μακροπρόθεσμους στόχους του κομμουνιστικού κινήματος στο όνομα της πάλης για επιμέρους βελτιώσεις και μεταρρυθμίσεις στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος, υποτάσσοντας, έτσι, τα γενικότερα συμφέροντα της εργατικής τάξης σε εφήμερες σκοπιμότητες και θυσιάζοντας τις στρατηγικές επιδιώξεις σε καιροσκοπικούς τακτικισμούς. Τα τελευταία χρόνια, η ηγεσία του περνά στο άλλο άκρο, δεν αναγνωρίζει τη σημασία και την αναγκαιότητα της πάλης για τα άμεσα, ζωτικά αιτήματα των λαϊκών μαζών, την πάλη για την απόκρουση και ανατροπή των βάρβαρων μέτρων του μνημονίου στο όνομα της “λαϊκής εξουσίας” και του “σοσιαλισμού” που ευαγγελίζεται. Παραπέμποντας το ΚΚΕ τη λύση όλων των προβλημάτων στη μελλοντική “λαϊκή εξουσία” του, κηρύσσει τη φυγή από το πραγματικό πεδίο της ταξικής πάλης, από τα άμεσα, φλέγοντα αιτήματα των λαϊκών μαζών και από τα μεγάλα προβλήματα του κομμουνιστικού κινήματος ύστερα από την παλινόρθωση του καπιταλισμού και όλα αυτά τα επενδύει με κούφιες “αντεπιθέσεις” και θορυβώδικες εντυπωσιοθηρικές ενέργειες και καμώματα της στιγμής, γνωρίσματα ενός μικροαστικού εξεγερτισμού. Όλη αυτή η επαναστατική λογοκοπία έρχεται να συγκαλύψει τα αδιέξοδα και τη χρεοκοπία της ρεβιζιονιστικής γραμμής μισό αιώνα, και παρ' ότι η πολιτική του εμφανίζεται τώρα με μια τέτοια μορφή, το περιεχόμενο και η ουσία της παραμένουν αναλλοίωτα και αναπαράγουν τα ίδια με πριν ρεβιζιονιστικά αδιέξοδα. Πίσω από τα βροντερά συνθήματα, την κομματική περιχαράκωση και τη διασπαστική πρακτική που εφαρμόζει η ηγεσία του ΚΚΕ στο μαζικό, συνδικαλιστικό κίνημα και σε κάθε κινητοποίηση, κρύβεται η εναντίωσή της στους αγώνες που δεν ελέγχει, η έλλειψη πίστης στη δύναμη του ενιαίου λαϊκού αγώνα για τη διεκδίκηση των άμεσων αιτημάτων των λαϊκών μαζών, η ηττοπαθής και συμβιβαστική αντίληψη ότι η εργατική τάξη και ο λαός δεν μπορούν να φρενάρουν τις κυβερνητικές επιθέσεις και να προασπίσουν τα ζωτικά τους συμφέροντα, και τελικά η υπόκλιση και η προσαρμογή στην υπάρχουσα κατάσταση. Η ηγεσία του ΚΚΕ διαστρεβλώνει και απορρίπτει τη γενική γραμμή της τρίτης Διεθνούς, την πολιτική των αντιφασιστικών μετώπων, τη γραμμή του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και των πραγματικών επαναστατικών σταδίων και από απολογητής των αναρίθμητων, επινοημένων και χρεοκοπημένων ρεβιζιονιστικών σταδίων που η ουσία τους είναι ο ειρηνικός, βαθμιαίος μετασχηματισμός του καπιταλισμού σε σοσιαλισμό, κηρύσσει τώρα τη μία και μοναδική στρατηγική, αυτήν της σοσιαλιστικής επανάστασης, παντού και πάντα, είτε πρόκειται για τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις και για καπιταλιστικά ανεπτυγμένες χώρες, είτε πρόκειται για αποικίες, μισοαποικίες, ή εξαρτημένες χώρες, υποκαθιστώντας τον παραδοσιακό ρεφορμισμό με τον τροτσκισμό και τα άλλα αντιλενινιστικά ρεύματα. Με ένταση θα πρέπει να συνεχιστεί ο αγώνας για να καταδειχθούν οι μακροχρόνιες συνέπειες της ιδεολογικοπολιτικής γραμμής του ρεβιζιονισμού στο κίνημα, οι διαχρονικές μεταμορφώσεις και παραλλαγές της και ιδιαίτερα οι σημερινές ψευτοεπαναστατικές εκφράσεις της.

Η ΛΑΕ αναπαράγει την κούφια αντιμνημονιακή ρητορεία του ΣΥΡΙΖΑ διαιωνίζοντας τις ρεφορμιστικές αυταπάτες


 22. Τα ηγετικά στελέχη της ΛΑΕ, αφού υπηρέτησαν για δυο δεκαετίες τη ρεβιζιονιστική πολιτική του ΚΚΕ και πρωτοστάτησαν στα τέλη της δεκαετίας του '80 στο περιβόητο “κοινό πόρισμα” της ΕΑΡ και του ΚΚΕ για τη δημιουργία του ενιαίου ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ και στη συνέχεια των κυβερνήσεων Τζαννετάκη και Οικουμενικής, προσχώρησαν στις αρχές της δεκαετίας του ΄90 στο “ανανεωτικό” ρεύμα του ευρωκομμουνιστικού ΣΥΝ, γοητευμένοι από την γκορμπατσοφική περεστρόικα και απαλλαγμένοι από κομμουνιστικά σύμβολα και τίτλους. Από τότε και για δυόμιση δεκαετίες πορεύτηκαν ως “αριστερή τάση” μέσα στον ΣΥΝ και τον ΣΥΡΙΖΑ, κατέχοντας ηγετικά πόστα και ενεργώντας ως αριστερό άλλοθι μιας δεξιάς, αποκομμουνιστικοποιημένης πολιτικής που πρόβαλλε ρεφορμιστικά “εναλλακτικά σχέδια”, αναζητούσε “προγραμματικές συμφωνίες” και κεντροαριστερές κυβερνητικές συνεργασίες με το ΠΑΣΟΚ, εξωράιζε την ΕΕ, υποστήριζε την “Ευρωπαϊκή πολιτική” της χώρας και την απάτη του “προοδευτικού μετασχηματισμού της ΕΕ” σε “Ευρώπη των εργαζομένων”, αποδέχονταν τη συμμετοχή της Ελλάδας στους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς, όπως το ΝΑΤΟ κ.ά. Ο ηγετικός πυρήνας της ΛΑΕ παρέμεινε προσκολλημένος στον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι την τελευταία στιγμή, συγκαλύπτοντας και εξωραΐζοντας όλες τις απατηλές υποσχέσεις του περί “τέλους των μνημονίων και της τρόικας” και στηρίζοντας από κορυφαίες υπουργικές θέσεις το αντιλαϊκό περιεχόμενο της κυβερνητικής πολιτικής του. Και όταν εδέησε η ΛΑΕ να διαχωριστεί από τον ΣΥΡΙΖΑ μπροστά στο τρίτο βάρβαρο μνημόνιο, ο αρχηγός της το έκανε διακηρύσσοντας πως : “Στηρίζουμε την κυβέρνηση αλλά δεν στηρίζουμε ένα πρόγραμμα λιτότητας”. Οι βασικές ιδεολογικοπολιτικές θέσεις που προβάλλει σήμερα η ΛΑΕ δεν διαφέρουν από τις χρεοκοπημένες ρεφορμιστικές θέσεις που υποστήριξε ο ΣΥΡΙΖΑ στην περίοδο των μνημονίων, τις οποίες αναπαράγει και ανακυκλώνει ως “συνεπής συνεχιστής” του. Το πολιτικό “μεταβατικό” πρόγραμμα που προβάλλει, “ένα πρόγραμμα πρώτα απ' όλα παραγωγικής ανασυγκρότησης” μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος, με στόχους τη “διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους”, την “εθνικοποίηση – κοινωνικοποίηση των Τραπεζών”, ένα «ισχυρό πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων”, με “δημόσια ιδιοκτησία και κοινωνικό έλεγχο στους στρατηγικούς τομείς” και “κατάργηση με ένα νόμο των μνημονίων και της τρόικας”, αποτελεί πιστό αντίγραφο του ρεφορμιστικού προγράμματος που πρόβαλλε ο ΣΥΡΙΖΑ τα πρώτα χρόνια των μνημονίων “ως εναλλακτική αντιμνημονιακή λύση” για να οδηγηθεί μέσα από μια σοσιαλδημοκρατική πολιτική διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης στη θλιβερή μνημονιακή κατάληξη. Εκεί οδηγεί και η πολιτική της ΛΑΕ, σπέρνοντας ρεφορμιστικές αυταπάτες και εγκλωβίζοντας δυνάμεις σε μια προδιαγεγραμμένη πορεία με γνωστή κατάληξη. Και σε αυτή την πολιτική κατεύθυνση επιδιώκει να στήσει ένα “φόρουμ αριστερών, προοδευτικών δυνάμεων” με όσες δυνάμεις προσχωρούν ή μπορούν να τραβηχτούν στη ρεφορμιστική πολιτική των “μεταβατικών” προγραμμάτων, επιδιώκοντας να αποκτήσει ξανά την πολυπόθητη κοινοβουλευτική παρουσία.

Τα «μεταβατικά» προγράμματα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ τη μετατρέπουν σε «αριστερό» συμπλήρωμα του ρεφορμισμού


23. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αν και εμφανίζεται με μια πληθωρική επαναστατική, αντικαπιταλιστική φρασεολογία, το πραγ­ματικό περιεχόμενο και η ουσία της πολιτικής της συνίσταται σε ένα ρεφορμιστικό “μεταβατικό” πρόγραμμα που ξεκινούσε από τη συγκρότηση “επιτροπών λογιστικού ελέγχου” για τον εντοπισμό και τη διαγραφή του “επαχθούς χρέ­ους” και κατέληγε στις “εθνικοποιήσεις τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων με εργατικό έλεγχο” και όλα αυτά μέσα στα πλαίσια κυριαρχίας του σημερινού καπιταλιστικού συστήματος από μια “αριστερή κυβέρνηση” που υποδέχθηκε με πολλές προσδοκίες. Αυτό το πρόγραμμα και αυτή η γενική πολιτική κατεύθυνση οδήγησαν την ΑΝΤΑΡΣΥΑ να λειτουργεί μέχρι και το δημοψήφισμα του περασμένου Ιούλη σαν συμπληρωματική δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ και να παίρνει δραστήρια μέρος σε όλες τις φιλοκυβερνητικές συγκεντρώσεις για να στηριχθεί η κυβέρνηση Τσίπρα στη “σκληρή διαπραγμάτευση με τους θεσμούς”, σπέρνοντας ολέθριες αυταπάτες για τον πραγματικό χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ και την αντιλαϊκή πολιτική του. Το “μεταβατικό” πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ελάχιστα διαφοροποιείται απ' αυτό της ΛΑΕ. Πρόκειται για ένα κράμα μιας ρεφορμιστικής πολιτικής με ακατάσχετη κινηματική και αντικαπιταλιστική φλυαρία, που άλλες δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ τις οδήγησε ήδη και συνεχίζει να τις σπρώχνει στη ΛΑΕ, και άλλες προς το ΚΚΕ, στη βάση μιας “καθαρής” αντικαπιταλιστικής πάλης, που αρνείται την ιμπεριαλιστική εξάρτηση και υποστηρίζει τη θεωρία της ιμπεριαλιστικής Ελλάδας. Παρ’ ότι χρεοκόπησε η γραμμή της κεντρικής πολιτικής συνεργασίας των δυνάμεων που αναφέρονται στην Αριστερά, οδηγώντας μια σειρά εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις να γίνουν νεροκουβαλητές του ΣΥΡΙΖΑ, εξακολουθεί και σήμερα να προβάλλεται και να αναπαράγεται ιδιαίτερα από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ η ιδέα της «παναριστεράς», η πολιτική δηλαδή της ιδεολογικοπολιτικής συμπόρευσης και συγχώνευσης με τις δυνάμεις του ρεφορμισμού, με το ΚΚΕ και τη ΛΑΕ. Προϋπόθεση για να προσφέρει στο κίνημα ένα σημαντικό αγωνιστικό δυναμικό που δραστηριοποιείται στα πλαίσια της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, είναι η σταθερή ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση στις λαθεμένες και επιζήμιες θέσεις και αντιλήψεις που κυριαρχούν σ' αυτόν το χώρο.


Γ. ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΔΡΑΣΗΣ



Το Μ-Λ ΚΚΕ ανταποκρίθηκε θετικά στα πολιτικά καθήκοντα της νέας περιόδου που διαμορφώθηκε

  
24. Στο επίκεντρο της πάλης του Μ-Λ ΚΚΕ, από το 5ο Συνέδριό του (Μάρτης 2013) μέχρι σήμερα, βρέθηκαν τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετώπισε ο λαός και η χώρα από τα σαρωτικά αντεργατικά μέτρα των βάρβαρων μνημονίων της συγκυβέρνησης ΝΔ – ΠΑΣΟΚ, τα οποία συνέχισε να εφαρμόζει απαρέγκλιτα, μετά το Γενάρη του 2015, και να τα επαυξάνει, με την επιβολή του τρίτου μνημονίου, η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Το Μ-Λ ΚΚΕ αντιμετώπισε την πορεία προς το νέο πολιτικό σκηνικό που διαμορφώθηκε τελικά με την “πρώτη φορά κυβέρνηση Αριστεράς”, στηριγμένο στις αποφάσεις που πήρε, τα καθήκοντα που καθόρισε και στις γενικότερες ιδεολογικοπολιτικές κατευθύνσεις που χάραξαν το 5ο Συνέδριο και οι Αποφάσεις της ΚΕ στο διάστημα αυτό. Αυτές οι αποφάσεις και ο προσανατολισμός που χαράχθηκαν εξόπλισαν ιδεολογικοπολιτικά τις δυνάμεις μας και επέτρεψαν στο κόμμα να αντιμετωπίσει με σωστό τρόπο τη νέα πολιτική κατάσταση. Να ανταποκριθεί θετικά στα βασικά πολιτικά καθήκοντα και στόχους πάλης, έχοντας ανοιχτό μέτωπο ιδεολογικής και πολιτικής αντιπαράθεσης με τις θέσεις και τους φορείς του συμβιβασμού και της συνθηκολόγησης. Μπροστά στα αλλεπάλληλα κύματα αντεργατικών μέτρων που έρχονταν να επιδεινώσουν δραματικά τη θέση του εργαζόμενου λαού, ο μόνος δρόμος σωτηρίας ήταν ο δρόμος της παλλαϊκής – πανεργατικής αντίστασης και πάλης ενάντια στους ξένους και ντόπιους δυνάστες και εκμεταλλευτές και τα πολιτικά τους φερέφωνα, παραμερίζοντας τις σειρήνες των εύκολων λύσεων και των ψευδαισθήσεων, της ηττοπάθειας και της μοιρολατρίας. Σ’ αυτή την κεντρική κατεύθυνση κινήθηκε το Μ-Λ ΚΚΕ. Έχουν βγει συμπεράσματα από τα έξι χρόνια διεξαγωγής του αγώνα για την απόκρουση των βάρβαρων μέτρων και των ιμπεριαλιστικών μνημονίων. Ποιος προσανατολισμός και ποιες μορφές έδωσαν τη δυνατότητα να εκφραστεί με μεγαλύτερη μαζικότητα η αντίσταση των εργαζομένων, αλλά και ποιες πρακτικές και θέσεις υπέσκαπταν και αποδυνάμωναν αυτήν τη μαζικότητα. Οι πανεργατικοί αγώνες που αναπτύχθηκαν την προηγούμενη περίοδο, ιδιαίτερα το 2010 - 2012, επιβεβαίωσαν και ανέδειξαν τις διαθέσεις των εργαζομένων να αντιπαλέψουν τα αντιλαϊκά μέτρα. Όλοι οι αγώνες αυτοί αναπτύχθηκαν μέσα από τα πρωτοβάθμια συνδικάτα και τις ομοσπονδίες, που ασκώντας ισχυρή πίεση στις υποταγμένες ηγεσίες των ανώτερων οργάνων του συνδικαλιστικού κινήματος της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, τις εξανάγκασαν να προκηρύξουν μια σειρά 24ωρες και 48ωρες πανελλαδικές απεργιακές κινητοποιήσεις που διευκόλυναν στην πράξη την πιο πλατιά ενιαία παρέμβαση και πάλη των εργαζομένων. Πάνω στη βάση αυτή το Μ-Λ ΚΚΕ και η ΕΡΓΑΣ είχαν ανοιχτό μέτωπο αντιπαράθεσης με την πολιτική που καλούσε σε φυγή από τα συνδικάτα και στη δημιουργία νεφελώδικων σχημάτων που θα αναλάμβαναν υποτίθεται την οργάνωση και διεξαγωγή των συνδικαλιστικών και λαϊκών αγώνων, που ποτέ δεν προέκυψαν και κανένα ρόλο στη μαζική πάλη των εργαζομένων δεν διαδραμάτισαν.

25. Τα τρία τελευταία χρόνια, καθώς εξασθένισε μια τέτοια πίεση και καλλιεργήθηκαν κάθε λογής αυταπάτες από τον ΣΥΡΙΖΑ, υποχώρησαν, σε μεγάλο βαθμό, οι πανεργατικές απεργιακές κινητοποιήσεις και διαπιστώθηκε πως κανένα υποκατάστατο “κέντρο αγώνα” του ΠΑΜΕ ή οποιουδήποτε άλλου, κακέκτυπου, που προβάλλεται, δεν μπόρεσε κατ' ελάχιστο στο διάστημα αυτό να προσελκύσει, να ενεργοποιήσει και να κινητοποιήσει τις ευρύτερες μάζες των εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων που κινητοποιούνταν στις πανεργατικές – πανελλαδικές κινητοποιήσεις της πρώτης περιόδου. Η πίεση για έναν τέτοιο σκοπό επιβάλλεται να συνεχιστεί γιατί αποδείχθηκε πως μόνο μέσα από τα συνδικάτα και τη μορφή των πανελλαδικών – πανεργατικών κινητοποιήσεων μπορούν να τραβηχτούν πλατύτερες μάζες στο δρόμο του αγώνα. Αυτό έδειξαν, ξανά, οι πανεργατικές απεργιακές κινητοποιήσεις στις 12 Νοέμβρη, 3 Δεκέμβρη του 2015 και ιδιαίτερα η πρόσφατη μεγάλη απεργιακή κινητοποίηση στις 4 Φλεβάρη. Αυτό θα δείξουν και οι επόμενες πανεργατικές απεργίες που αναπόφευκτα θα ξεσπάσουν στο άμεσο μέλλον. Το τελευταίο διάστημα, μπροστά στις δυσκολίες που ορθώνονται για την ανάπτυξη της εργατικής και λαϊκής πάλης και μπροστά στο νέο σκηνικό που διαμορφώθηκε με τις εκλογές του Σεπτέμβρη, ξαναφουντώνουν όλες οι βαθιά λαθεμένες απόψεις που αντιπαλέψαμε σταθερά, τα προηγούμενα χρόνια, για τα συνδικάτα και επινοούνται διάφορα υποκατάστατα, όπως η “πολιτική συνεργασία των δυνάμεων της αριστεράς”, σαν απάντηση για το ξεπέρασμα των δυσκολιών. Ο συμφιλιωτισμός που καλλιεργήθηκε τα προηγούμενα χρόνια απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ στο όνομα της “ενότητας και της συνεργασίας των δυνάμεων της αριστεράς”, ασκώντας μια ιδιαίτερη αρνητική επίδραση στο κίνημα και τους αγώνες, πάει να αναπαραχθεί ξανά τώρα απέναντι σε νέους επίδοξους “αριστερούς” διαχειριστές της κυβερνητικής εξουσίας. Η υποχώρηση των μαζικών πανεργατικών κινητοποιήσεων άρχισε μετά τις εκλογές του 2012, όταν αναδείχθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ αξιωματική αντιπολίτευση και άνοιξε ο δρόμος για να διεκδικήσει με αξιώσεις την κυβερνητική εξουσία. Αντί η εκτίναξη ενός κόμματος, που μιλά στο όνομα της Αριστεράς, στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης να δυναμώσει το λαϊκό κίνημα, να πυκνώσει και να μαζικοποιήσει τις λαϊκές κινητοποιήσεις, συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Η λαϊκή οργή και αγανάκτηση από τον καταιγισμό των αντιλαϊκών μέτρων της κυβέρνησης Σαμαρά – Βενιζέλου, που κλιμακώθηκε όλη αυτή την περίοδο, αντί να μετασχηματιστεί σε λαϊκό αγώνα στη βάση ενός σωστού πολιτικού προσανατολισμού, ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να την εκτονώσει και να τη μετασχηματίσει σε παραλυτική εκλογική προσδοκία στη βάση μιας σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής, υποτάσσοντας τους αγώνες στην προοπτική ανόδου του στην κυβερνητική εξουσία, συμβάλλοντας έτσι καθοριστικά στην υπονόμευση, την αποδιοργάνωση και τον αφοπλισμό του εργατικού και λαϊκού κινήματος.

26. Αυτή η αρνητική εξέλιξη, με τη σοβαρή κάμψη των κινητοποιήσεων, καταδείκνυε ότι, πέρα από το άμεσο κινηματικό καθήκον της πάλης για την ανατροπή των βάρβαρων μνημονιακών μέτρων, υπάρχει το καθοριστικό ζήτημα σε ποια γενική πολιτική κατεύθυνση πρέπει να στραφεί το λαϊκό κίνημα και ποιους ευρύτερους πολιτικούς στόχους πρέπει να υπηρετεί. Αν η μαζικότητα αποτελεί προϋπόθεση χωρίς την εκπλήρωση της οποίας κανένας αγώνας δεν μπορεί να αναπτυχθεί αποτελεσματικά, ο σωστός ή όχι πολιτικός προσανατολισμός των αγώνων, είναι αυτός που θα καθορίσει τελικά την προοπτική και την έκβασή τους. Όσο αυτοί οι αγώνες που αναπτύσσονται δεν συνδέονται με μια επαναστατική ιδεολογία και πολιτική που μπορεί βαθμιαία, να τους ενοποιεί, να τους ανυψώνει σε ένα ανώτερο επίπεδο και να τους δίνει αγωνιστικό ταξικό περιεχόμενο, τον αναγκαίο πολιτικό προσανατολισμό και ευρύτερους στόχους, δεν θα ξεφεύγουν από το σημερινό επίπεδο των ρεφορμιστικών αυταπατών και ακόμα χειρότερα μπορεί να χειραγωγηθούν, να λεηλατηθούν και να αξιοποιηθούν από τα αστικά κόμματα για τους δικούς τους αντιλαϊκούς σκοπούς. Στην προηγούμενη φάση η έκβασή τους καθορίστηκε από τον πολιτικό προσανατολισμό του ΣΥΡΙΖΑ, από το πολιτικό περιεχόμενο μιας ψευτοαριστερής, σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης, που κατάφερε να εγκλωβίσει το κίνημα και τους αγώνες στο τέλμα των ρεφορμιστικών αυταπατών και των κάλπικων υποσχέσεων. Βέβαια η γενικότερη υποχώρηση του κινήματος, το χαμηλό επίπεδο συνείδησης και οργάνωσης των μαζών, συνδέεται με μια σειρά παράγοντες που επιδρούν μακροχρόνια, όπως οι βαθιά αρνητικές επιδράσεις που έχει αφήσει στο σώμα του μαζικού κινήματος η πολύχρονη κυριαρχία του κυβερνητικού και ρεφορμιστικού συνδικαλισμού της “ταξικής συμφιλίωσης”, η υπόσκαψη και διάβρωση του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος που έχει προκαλέσει η πολύχρονη κυριαρχία του ρεβιζιονισμού και η καπιταλιστική παλινόρθωση, τα προβλήματα και οι μεγάλες αδυναμίες των αγωνιστικών – ταξικών δυνάμεων, τελικά η έλλειψη ενός πραγματικά επαναστατικού φορέα με ισχυρούς δεσμούς και μαζική επιρροή στο λαό που θα μπορούσε να δώσει μια σταθερή προοπτική στους λαϊκούς και εργατικούς αγώνες. Αυτή ακριβώς η κατάσταση καθορίζει τους αρνητικά διαμορφωμένους συσχετισμούς δυνάμεων σε βάρος του λαϊκού, αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος και ερμηνεύει την αδυναμία ανατροπής των αντεργατικών μέτρων και της κυβερνητικής πολιτικής, καλλιεργώντας κάθε είδους συγχύσεις, απογοητεύσεις και ηττοπάθειες.

27. Οι γενικές κατευθύνσεις της πάλης, που ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες του κινήματος και υπηρετούν όχι μόνο το στόχο μιας άμεσης προσπάθειας για την απόκρουση των αντιλαϊκών μέτρων, αλλά και την προώθηση των μακροπρόθεσμων στόχων του κινήματος, θα ανοίξουν το δρόμο στην πορεία των λαϊκών αγώνων, μέσα από επίμονες και αναπόφευκτες συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις με σοσιαλδημοκρατικές, ρεβιζιονιστικές θέσεις και πρακτικές που εκφράζονται από καθορισμένες πολιτικές δυνάμεις και ρεύματα που αναφέρονται στην Αριστερά και το κομμουνιστικό κίνημα. Με την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση δυνάμωσαν απότομα οι τάσεις ιδεολογικοπολιτικής συμπόρευσης και συγχώνευσης, και μια σειρά δυνάμεις, συνιστώσες και μη, προσδέθηκαν με τον ένα ή άλλο τρόπο στο ρεφορμιστικό άρμα του. Από όλες αυτές τις δυνάμεις και σε όλη αυτή την περίοδο διαδόθηκε ένα πέλαγος ρεφορμιστικών αυταπατών για τους “νέους ελπιδοφόρους σωτήρες” και ασκήθηκαν μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές πιέσεις για την “ενότητα και συνεργασία της Αριστεράς”, για να συρθούν, δηλαδή, αγωνιστικές δυνάμεις και να υποταχθούν στη σοσιαλδημοκρατική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ. Το Μ-Λ ΚΚΕ με τις αποφάσεις και κατευθύνσεις του 5ου Συνεδρίου δυνάμωσε το μέτωπο αντιπαράθεσης τόσο απέναντι στο αντιλαϊκό περιεχόμενο της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, το ρόλο και το χαρακτήρα του, όσο και ενάντια στις βαθιά λαθεμένες, οππορτουνιστικές αντιλήψεις και πρακτικές πολιτικής συνεργασίας με τον ΣΥΡΙΖΑ, που υποστήριζαν μια σειρά δυνάμεις, προβάλλοντας τις πραγματικές διαχωριστικές γραμμές και αναδεικνύοντας τους ριζικά διαφορετικούς πολιτικούς προσανατολισμούς που υπάρχουν στο κίνημα. Υπογράμμιζαν συμπερασματικά οι αποφάσεις του 5ου Συνεδρίου για την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, την πολλά υποσχόμενη «αριστερή κυβέρνηση» που ερχόταν, και τα καθήκοντά μας σχετικά με αυτά: “Σε αυτές τις συνθήκες, όπου ο ΣΥΡΙΖΑ με το αριστερό προσωπείο του προετοιμάζεται μεθοδικά, και η ηγεσία του επισκέπτεται και υποβάλλει τα διαπιστευτήριά της στους εκπροσώπους των κυβερνήσεων της Γερμανίας και των ΗΠΑ, στους Ράιχενμπαχ και στους πρέσβεις των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για να εξασφαλίσει την εύνοια και τη στήριξή τους, αποτελεί βασικό καθήκον να δυναμώσουμε αποφασιστικά την πάλη ενάντια στη φιλοαστική, φιλοϊμπεριαλιστική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, να αντιπαλέψουμε τον πραγματικό χαρακτήρα της πολιτικής του, να καταπολεμήσουμε τις αυταπάτες και ψευδαισθήσεις που καλλιεργεί σε πλατιές λαϊκές μάζες και τις κάλπικες διακηρύξεις του για μια “αριστερή κυβέρνηση”, έτσι ώστε να μην παγιδευτεί ο λαός και να μη γευθεί ξανά τα “αγαθά” μιας ψευτοαριστερής διακυβέρνησης, κομμένης και ραμμένης στις απαιτήσεις και τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού και της ντόπιας ολιγαρχίας”. Και στη βάση αυτής της κεντρικής εκτίμησης, αντικρούοντας τις θέσεις που καλλιεργούσαν τον συμφιλιωτισμό απέναντι στην πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, καθόριζε το 5ο Συνέδριο τη θέση του Μ-Λ ΚΚΕ για το ζήτημα των κεντρικών πολιτικών συνεργασιών: “ Όχι μόνο δεν μπορεί να γίνει καμιά κεντρική πολιτική συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όπου οι πολιτικοί μας προσανατολισμοί διαφέρουν ριζικά, αλλά θα πρέπει να ενταθεί η αντιπαράθεση ενάντια στην πολιτική και τις θέσεις τους πάνω στα βασικά ζητήματα και, ιδιαίτερα, ενάντια στον σοσιαλδημοκρατικό ΣΥΡΙΖΑ που καθημερινά δίνει εξετάσεις στους ξένους και ντόπιους εκμεταλλευτές και δυνάστες του λαού και προετοιμάζεται, ανυπόμονα, να αναλάβει για λογαριασμό τους την κυβερνητική εξουσία”. Σε αυτήν τη γενική πολιτική κατεύθυνση πάλεψε το Μ-Λ ΚΚΕ, δυναμώνοντας το μέτωπο αντιπαράθεσης ενάντια στην πολιτική αυτών των φορέων, απορρίπτοντας ετερόκλητες και έξω από αρχές συνεργασίες και αντιτάσσοντας την ανάγκη κεντρικής πολιτικής συνεργασίας των δυνάμεων της πραγματικής αριστεράς.


Σημαντική κατάκτηση για την υπόθεση του λαϊκού, αριστερού, αντιιμπεριαλιστικού κινήματος η δημιουργία και η αγωνιστική δράση της ΛΑ-ΑΑΣ


28. Οι κρίσιμες πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων χρόνων έθεσαν στην ημερήσια διάταξη, με ιδιαίτερα επιτακτικό τρόπο, το καθήκον της συνένωσης των προσπαθειών της κεντρικής πολιτικής συνεργασίας του Μ-Λ ΚΚΕ και του ΚΚΕ(μ-λ), της ενίσχυσης μέσα στο κίνημα, του ευρύτερου λαϊκού, αντιιμπεριαλιστικού, επαναστατικού προσανατολισμού που υπηρετούν δεκαετίες. Και σε αυτή την επιτακτική ανάγκη οι δύο οργανώσεις ανταποκρίθηκαν θετικά. Φέτος τον Απρίλη, συμπληρώνονται τέσσερα χρόνια από τη δημιουργία της ΠΑΑΣ και στη συνέχεια της Λαϊκής Αντίστασης- Αριστερής Αντιιμπεριαλιστικής Συνεργασίας (ΛΑ-ΑΑΣ) που αποτέλεσαν καρπό αυτής της πολιτικής συνεργασίας. Οι δύο οργανώσεις μέσα από την πανελλαδική δράση της ΛΑ-ΑΑΣ δίνουν καθημερινά τη μάχη, αφιερώνοντας όλες τις δυνάμεις τους για να στηρίξουν και να ενισχύσουν την αντίσταση, τους αγώνες της εργατικής τάξης και του λαού μας, ενάντια στα βάρβαρα μνημόνια των κυβερνήσεων της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης και των ξένων αφεντικών της, ενάντια στη ληστρική καπιταλιστική και ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση, καταπίεση και εξάρτηση. Τέσσερα χρόνια το ΚΚΕ(μ-λ) και το Μ-Λ ΚΚΕ έδωσαν από κοινού κεντρικές πολιτικές μάχες με την ενιαία κάθοδό τους σε όλες τις βουλευτικές εκλογές, καθώς και στη μάχη της αποχής από το κάλπικο δημοψήφισμα, στη βάση ενός κεντρικού πολιτικού προσανατολισμού που κατοχύρωνε τον ανεξάρτητο πολιτικό ρόλο και τη δράση τους, κόντρα στην πολιτική του συμβιβασμού και της συνθηκολόγησης, και άφηνε μια αγωνιστική παρακαταθήκη για την επόμενη περίοδο. Η πολιτική συνεργασία των δύο οργανώσεων δεν αποτέλεσε ευκαιριακή συμπόρευση, αλλά καρπό κοινών βασικών εκτιμήσεων, κατευθύνσεων και πολιτικών στόχων σε κεντρικά ζητήματα, που δοκιμάζονται καθημερινά στο στίβο του πολιτικού αγώνα, και γι' αυτό ακριβώς έχει ουσιαστική συνέχεια μέχρι σήμερα, χαράσσοντας μιαν ελπιδοφόρα σταθερή προοπτική και επιβεβαιώνοντας πως μπορεί να εκφράσει ανάγκες και απαιτήσεις του λαϊκού αγώνα και της ταξικής πάλης. Παρά τις αναπόφευκτες δυσκολίες και τα προβλήματα που προέκυψαν το διάστημα αυτό, παρά τις εκφρασμένες διαφορές απόψεων που υπάρχουν, ορισμένες μάλιστα σε σημαντικά ζητήματα, οι δυο οργανώσεις κατάφεραν να ξεπεράσουν τα εμπόδια και τις αρνητικές καταστάσεις που πήγαν να δημιουργηθούν, άνοιξαν ένα δρόμο και χάραξαν μια βασική κατεύθυνση, στέλνοντας μήνυμα πως οι δυνάμεις του μαρξιστικού- λενινιστικού κινήματος είναι εδώ, μάχιμες μπροστά στις πολιτικές εξελίξεις, παλεύοντας να συσπειρώσουν και να εμπνεύσουν ευρύτερες δυνάμεις, να διαδώσουν το δικό τους μήνυμα μέσα στους αγώνες, το λαό και την Αριστερά. Σε αυτή την κατεύθυνση πρέπει να προχωρήσουμε και στηριγμένοι σε όσα έχουν κατακτηθεί μέχρι σήμερα να επιχειρήσουμε ακόμα πιο ουσιαστικά και αποφασιστικά βήματα την επόμενη περίοδο.